Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΓΟΧ - οι χειροτονίες απο την ΡΟΕΔ - φωτό απο συλλείτουργα και Ιστορικά γεγονότα



Σαλαμῖνος κ. Γερόντιος (ἐξ Ἑλλάδος), Φλωρίδος κ. Νίκων (Ρώσος), Νέας Ὑόρκης κ. Φιλάρετος (Ρώσος), Γαρδικίου κ. Αὐξέντιος (ἐξ Ἑλλάδος) καὶ Ἀστορίας κ. Πέτρος (Γ.Ο.Χ. Ἀμερικῆς)
   Συλλείτουργο, Ἀθήναι, 1970: Διαυλείας κ. Ἀκάκιος, Μανχάτταν κ. Λαῦρος (τῶν Ρώσων Διασπορᾶς), Γαρδικίου κ. Αὐξέντιος, Ἀστορίας κ. Πέτρος καὶ Σαλαμῖνος κ. Γερόντιος  Σύνοδος, Ἀμερική,








Σύνοδος, Ἀμερική, 1971: Σαλαμῖνος κ. Γερόντιος, Νέας Ὑόρκης κ. Φιλάρετος, Γαρδικίου κ. Αὐξέντιος καὶ Ἀστορίας κ. Πέτρος






































































Νέα Ὑόρκη, 1971: Κορινθίας κ. Κάλλιστος, Νέας Ὑόρκης Ἁγ. Φιλάρετος, Κιτίου κ. Ἑπιφάνιος


Πάσαι αἱ χειροτονία ταύται ἥσαν ἔγκυραι ἀλλ’ οὐ κανονικαὶ λόγῳ τῆς κρυφῆς, ὑπερορίου καὶ ἄνευ κανονικοῦ ψήφου καταστάσεως τῆς καθεμίας χειροτονίας.......
Ἀλλὰ τὸ 1969 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἐπὶ τοῦ νέου Προέδρου της, Μητροπολίτου Νέας Ὑόρκης Ἁγίου Φιλαρέτου τοῦ Θαυματουργοῦ (ἔχει ἄφθαρτα λείψανα), ἐξέτασε, ἀνεγνώρησε καὶ ἐπεσφράγησε τὰς χειροτονίας τῆς Ἀκακιακῆς Παρατάξεως. Τὸ 1970 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπὶ Μητροπολίτου Ἁγίου Φιλαρέτου ἔστειλε τὸν Ἐπίσκοπο Μανχάτταν κ. Λαύρον (Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου) εἰς τὴν Ἑλλάδα ὄπου συλλειτούργησε μετὰ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἀκακιακῆς Παρατάξεως. Τὸ 1971 μία ἐξαρχία Ἀκακιακῶν Ἐπισκόπων ἐμετέβησαν εἰς Ἀμερικὴν ὅπου συλλειτούργησαν καὶ συνεδρίασαν Συνοδικῶς μετὰ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς.


Τὸ 1971 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως ἔστειλε ἐξαρχία εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἵνα ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν καὶ κοινωνίαν μετὰ τῶν Ἐπισκόπων τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς ἐδέχθη τὴν Ὁμολογία Πίστεως που ἔθεσε ἡ Ματθαιϊκὴ ἐξαρχία καὶ, κατόπιν αἰτήσεως τῶν ἰδίων τῶν Ματθαιϊκῶν, ἐξέτασε τὸ θέμα τῆς ὑφ’ ἑνός χειροτονίας. Ἡ Σύνοδος τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀπεφάσησε νὰ ἀναγνωρίσῃ τοὺς Ματθαιϊκοὺς Ἐπισκόπους ὡς ἔγκυρους ἀλλὰ μὲ ἐπισφράγησιν τῆς συγχωρετικῆς εὐχῆς μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν δύο Ἐπισκόπων διὰ νὰ ἔλθη εἰς ὕπαρξιν ἡ μή γενομένη «μαρτυρία» δύο ἑτέρων ἐπισκόπων εἰς τὸ ἤδη γενομένον καὶ ἀναγνωρισμένον μυστήριον τῆς ἑν 1948 χειροτονίας τοῦ Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος κ. Σπυρίδωνος Πάσιου. Ἡ Ματθαιϊκὴ Ἐξαρχία ἐδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐξοτερικῆς κανονικότητος τῆς Παρατάξεώς της, καὶ ὅλοι οἱ Ματθαιϊκοὶ Ἐπίσκοποι εἰς τὴν Ἑλλάδαν ἐπίσης ἐδέχθησαν τὴν συγχωρετικὴν εὐχὴν μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν καὶ ἑόρτασαν πανηγηρικῶς τὴν ἕνωσιν μετὰ τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς.

Δυστυχῶς ὅμως, δύο πλανεμένοι λαϊκοὶ, ὁ κ. Μηνᾶς Κοντογιάννης καὶ ὁ κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἐπαρερμήνευσαν τὴν ἔννοια τῆς ὡς ἄνω «ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» («χειροθεσίας») νομίζοντας ὅτι ἀφορὰ εἰς ἀναχειροτόνησιν, καὶ ἔσειραν ὁπίσω τους πολλοὺς ὁπαδοὺς. Οὔτοι ἐδιαμαρτύροντο ἔναντι τῆς ἀποδοχῆς τῆς λεγομένης «χειροθεσίας» καὶ ἐζητούσαν τὴν Ἱεραρχίαν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι τάχα «ἔσφαλε» καὶ «ἔπεσε» λόγῳ τῆς ἀποδοχῆς τῆς χειροθεσίας. Ἑπίσης οἱ δύο οὔτοι ἐχθροὶ τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ἐκατέγκελλαν τοὺς Ἐπισκόπους Κορινθίας κ. Κάλλιστον Μακρῆν καὶ Κιτίου κ. Ἐπιφάνιον Παναγιώτου καὶ τὸν πολιὸν Πρωτοσύγκελλον π. Εὐγένιον Τόμπρον ὅτι δήθεν «ἐπρόδωσαν» τὴν Ὁμολογίαν καὶ τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν λόγῳ τῆς μεταβάσεώς των εἰς Ἁμερικὴν διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ ἐνήσχυσιν τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Δυστυχῶς οἱ δύο λαιϊκοὶ «θεολόγοι» κ. Μηνᾶς Κοντογιάννης καὶ κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης ἐκατάφεραν νὰ ἐπιβάλουν τὴν σατανικὴν καὶ καταστροφικὴν διὰ τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα προπαγάνδα των ἐπὶ τῆς Συνόδου τῶν Ματθαιϊκῶν. Ἐπροκάλεσαν μίαν «ἐπανάστασιν» ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς Συνόδου που ὁδύγησε εἰς τὴν διακοπὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετὰ τῆς Συνόδου τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. 


Ἐκατέγκειλλαν τὸν π. Εὐγένιον Τόμπρον καὶ τὸν ἀπέκοψαν ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ἔλαβαν οἱ ἴδιοι τὴν διήγησιν τοῦ Συνοδικοῦ Γραφείου. Ἔπειτα ἄρχησαν πόλεμον ἔναντι τοῦ Ἐπισκόπου Κορινθίας κ. Καλλίστου καὶ ὁδύγησαν εὶς τὴν ἀναχώρησιν αὐτοῦ ἐκ τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως καὶ τὴν ἕνωσίν του μετὰ τῆς Ἀκακιακῆς Συνόδου. Ἔπειτα ἄρχησαν πόλεμον ἔναντι τοῦ Ἐπισκόπου Κιτίου κ. Ἐπιφανίου καὶ ἐχάλασαν τὴν προσπάθειάν του νὰ καλέσῃ εἰς Κύπρον Πανορθόδοξον Σύνοδον διὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων. Καὶ τελικὰ ὁδύγησαν τοὺς ἰδίους τοὺς Ματθαιϊκοὺς εἰς δύο καταστροφικὰ σχίσματα, τοῦ 1995 καὶ τοῦ 2005. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ Ματθαιϊκοὶ ἀπὸ τὸ 1976 καὶ πλέον ἔχουν μολυνθεῖ με τὴν Γκουτζιδοκοντογιαννικὴν προπαγάνδα.

Ἀλλὰ τώρα που τὸ συνοδικὸν ἀρχείον που ἔκρυψε επὶ 30 ἔτη ὁ κ. Κοντογιάννης ἔχει φωτογραφισθῇ καὶ τὰ συμαντκὰ κείμενα σιγά σιγά βγαίνουν στὴν φόρα, εὐχόμαστε πως ὁ κατώτερος κλήρος καὶ λαὸς θὰ ἀποκηρύξουν τοὺς δύο ὠς ἄνω θεολόγους καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἀλήθεια. Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια; Ἡ ἀλήθεια εἴναι ὅτι ἐὰν οἱ δύο οὔτοι θεολόγοι δὲν ἐπολεμούσαν τὴν ἕνωσιν πάντων τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν θὰ ἔβλεπε πρόοδον ἡ Ἑκκλησία καὶ θὰ ἐκατάστρεφε τὸν Οἰκουμενισμὸν. 



Ἀλλὰ προκαλόντας τὴν συνεχοῦς διαίρεσιν τῶν Γ.Ο.Χ. εἰς κλίκες καὶ παρατάξεις που πολεμοῦν ἡ μία τὴν ἄλλην, ἄφησαν ἔτσι τὸν Οἰκουμενισμὸν νὰ κυριεύῃ. Οἱ δύο «θεολόγοι» ἐμπαίζουν τοὺς ὁμολογιτὲς ἀλλὰ ποιὰ ὁμολογία κρύβει τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ συμαντικὰ ἔγγραφα ἐπὶ 30 ἐτῶν; Αὐτὴ δέν εἴναι Χριστιανικὴ Ὁμολογία ἀλλὰ σατανικὴ! Τὸ ψεύδος οὐδέποτε θεωρεῖτε τρόπο Ὁμολογίας! Καὶ διατί ἔπραξαν τοιούτως; 


Διὰ τὴν δόξα καὶ τὴν τιμὴ, διὰ νὰ φανοῦν ὡς ἀγωνιστἐς, καὶ βεβαίως διὰ τὴν ἐξουσίαν που εἴχαν ἀπὸ τὸ 1976 μέχρι τὸ 2001 εἰς τὴν Σύνοδον. Τώρα ὅμως τοὐς ἔμεινε ἀκόμα ἡ ἐξουσία διότι μερικοὶ ἀγαθοὶ περιπλανώμενοι τοὺς θεωροὺν ἀκόμα ὠς ειλικρινεὶς. Εὐχόμαστε ὁ κλήρος καὶ λαός τῆς σημερινῆς Συνόδου τοῦ φερομένου ὡς «Μητροπολίτου Κηρύκου» νὰ τὸν ἀποκηρύξουν καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἀλήθειαν. Ἁμὴν. Γένοιτο.



Ἡ Διάσπασις τῶν Γ.Ο.Χ. Εἰς Παρατάξεις


Ἡ πρῶτη διάσπασις ἀναμεταξύ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἔγινε τὸ 1936, ὄταν τρείς ἐκ τῶν ἑπτά ἐπισκόπων ἐπίστρεψαν εἰς τὴν Διοικούσαν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος (τοῦ νέου ἡμερολογίου). Οἱ πεπτωκότες ἀρχιερεὶς ἤσαν ὁ Μητροπολίτης Ζακύνθου κ. Χρυσόστομος Δημητρίου καὶ οἱ Ἐπίσκοποι Μεγαρίδος κ. Χριστοφόρος Χατζῆς καὶ Διαυλείας κ. Πολύκαρπος Λιόσης. Οἱ διαμένοντες εἰς τὴν Σύνοδον τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἤσαν ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Γερμανὸς Μαυρομάτης, ὁ Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος Καβουρίδης, ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων κ. Γερμανὸς Βαρυκόπουλος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης κ. Ματθαῖος Καρμπαδάκης.


Ἡ δευτέρα διάσπασις τῶν παλαιοημερολογιτῶν ἔγινε τὸ 1936 ὄταν τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ συνδέσμου τῶν Γ.Ο.Χ. (μία ὁμὰς λαϊκῶν θεολόγων ἄνευ ἐπισκόπου κὰν πρεσβυτέρου) ἀπέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου, Μητροπολίτου Δημητριάδος Γερμανοῦ, καὶ πάντων τῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος.


Ἡ τρίτη διάσπασις ἔγινε τὸν Σεπέμβριο τοῦ 1937 ὄταν ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης κ. Ματθαῖος ἀπέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Συνοδικοῦ Προέδρου, Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ καὶ ἀνέλαβε τὴν ποιμαντορία τῶν λαϊκῶν μελῶν τοῦ συνδέσμου τῶν Γ.Ο.Χ., πέρντονας καὶ πολλούς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς μαζί του εἰς τὸ ἤδη ὑπάρχοντα σχῖσμα τοῦ 1936. Καὶ τὰ δύο σχίσματα ἔγειναν δι’ ἐκκλησιολογικοὺς λόγους, ἀλλὰ ὑπήρχαν καὶ θέματα οἰκονομικὰ καὶ διοικητικὰ ὅπως φανερώνει τὸ ἀρχεῖον τοῦ ἐπ. Κηρύκου.


Ἡ τετάρτη διάσπασις μεταξύ τῶν Γ.Ο.Χ. ἔγινε τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1937 ὄταν ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων κ. Γερμανὸς ἀπέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου, Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ, καὶ ἡνώθη μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ. Ματθαίου καὶ τοῦ διοικητικοῦ συνδέσμου τῆς θρυσκευτικῆς κοινότητος τῶν Γ.Ο.Χ.


Ἡ πέμπτη διάσπασις ἔγεινε τὸ 1942 ὄταν ὁ Κυκλάδων κ. Γερμανὸς ἀπέκοψε τὴν κοινωνία μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου κ. Ματθαίου. Τὸ 1943 ἐδήλωσε καὶ ὁ Βρεσθένης κ. Ματθαῖος ὄτι ἔκοψε πάσαν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Κυκλάδων κ. Γερμανοῦ. Ἡ διάσπασις ἀναμεταξύ τῶν δύο οὔτων ἀρχιεραίων ἔγεινε διὰ διοικητικοὺς λόγους ἀλλὰ ἐσκεπάσθη μὲ κατηγορίες ἐκκλησιολογικῆς καὶ θεολογικῆς φύσεως. π.χ. ὁ Κυκλάδων κατηγορούσε τὸν Βρεσθένης διὰ τὰ «βλάσφημα συγγράμματά του» περὶ «δευτέρας ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ», «ραγισμένων ὀδόντων τοῦ Χριστοῦ», «σύμβολα τῆς Θεοτόκου», «Ἐπιστολῆς Ἄβγαρος», κλπ. Ὁ Βρεσθένης κατηγορούσε τὸν Βαρυκόπουλο διὰ προδοσίαν τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, ἄρνησις τῶν λόγων ἐκκλησιολογίας διὰ τὸ σχῖσμα τοῦ 1937, καὶ διὰ χειροτονίαι τινῶν ἱερέων μετὰ κολλυμάτων.


Ἡ ἕκτη διάσπασις ἔγεινε ἐπίσης τὸ 1943 ὄταν ὁ Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος ἀπέκοψε τὴν ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Συνοδικοῦ Προέδρου, Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ. Ὁ λόγος τῆς διακοπῆς κοινωνίας ἤτο πολιτικῆς φύσεως.


Δηλαδὴ τὸ 1943 καὶ πλέον ὑπήρχαν τέσσερεις παλαιοημερολογίται ἐπίσκοποι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁ κάθενας των ἤτο ἐκκλησιαστικῶς ἀπεκομμένος ἀπὸ τῶν ἄλλων. Νόμιμος καὶ κανονικὸς Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἤτο ὁ Δημητριάδος κ. Γερμανὸς Μαυρομάτης ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν παύθηκε κανονικὰ ἀπὸ τὴν Προεδρείαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. 

Οἱ τρείς ὑπόλοιποι ἐπίσκοποι ἤσαν ἀπεκομμένοι ἀπὸ τοῦ κανονικοῦ Προέδρου των, δηλαδή, τοῦ Δημητριάδος καὶ τοποτηρητοῦ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν κ. Γερμανοῦ Μαυρομάτη. Οὔτος ὁ κανονικὸς καἰ νόμημος Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ. ἀπεβίωσεν τὸ 1944 χωρὶς νὰ χειροτονήσῃ νέους ἐπισκόπους καὶ ἡ παράταξίς του ἐδιαλύθη.


Ἐκοιδεύθη τελικὰ ὑπὸ τῆς Νεοημερολογιτικῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ πνευματικοἰ του ἀπογόνοι κατέφηγαν εἰς τὰς ἄλλας τρεἰς παρατάξεις τῶν Παλαιοημερολογιτῶν: 1) τοῦ Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου Καβουρίδη, 2) τοῦ Ἐπισκόπου Κυκλάδων κ. Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου, καὶ 3) τοῦ Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ. Ματθαίου Καρμπαδάκη.


Ἡ Παράταξις τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἐδημιουργήθη τὸ 1943 ὄταν ὁ Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἀπέκοψεν τὴν Ἐκκλησιαστικὴν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ., Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Γερμανοῦ Μαυρομάτη.


Ὁ πρ. Φλωρίνης αὐτονομάσθη «Πρόεδρος» τῆς παρατάξεώς του παρόλο που ἀπαγορεύονται οἱ ὑφησυχάζοντες ἤ σχολάζοντες Ἐπίσκοποι νὰ προεδρεύουν καμμίαν Σύνοδον ἤ καὶ καμμίαν Ἐπισκοπὴν

Τὸ 1944 ἐπέστρεψαν ἐκ τοῦ νεοημερολογιτισμοῦ ὁ Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος κ. Χριστοφόρος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Διαυλείας κ. Πολύκαρπος καὶ ἐντάχθηκαν εἰς τὴν παράταξιν τοῦ πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστομου. Τότε ἔγεινε καὶ ἡ πρῶτη συνάντησις τοῦ Κυκλάδων κ. Γερμανοῦ μετὰ τῶν Ἐπισκόπων τῆς παρατάξεως τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου. Δηλαδή εἰς τὴν Παράταξιν τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου ἄρχησαν νὰ ἑνώνονται ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι τῆς πρῶτης ἑπταμελοῦς Συνόδου τοῦ 1935. 


Ἀπὸ τῶν πρώτων ἑπτὰ Ἐπισκόπων ἔλλειπαν μόνο τρεὶς Ἐπίσκοποι: 
1) ὁ Δημητριάδος, τοποτηρητῆς Ἀθηνῶν καὶ νόμιμος Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κ. Γερμανὸς Μαυρομάτης (ἀπουσιάζων λόγῳ θανάτου). 2) ὁ Ζακύνθου κ. Χρυσόστομος Δημητρίου (ἀπουσιάζων λόγῳ τῆς πτώσεώς του εἰς τὸν νεοημερολογιτισμὸν) 3) καὶ ὁ Βρεσθένης κ. Ματθαῖος (ἀπουσιάζων δι’ ἐκκλησιολογικοὺς καὶ διοικητικοὺς λόγους).


 
Ἡ Δημιουργία τῆς Ματθαιϊκῆς Ἱεραρχίας
Τὴν 26ην Αὐγούστου 1948, ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης κ. Ματθαῖος μετὰ τῶν ἐλαχίστων αὐτοῦ κληρικῶν (ἑνός πρωτοσυγκέλλου, 6 ἀρχιμανδριτῶν, 2 πρεσβυτέρων καὶ 7 ἱερομονάχων), ἀπεφάσησαν ὅτι δύναται ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης Ματθαῖος νὰ ἐκλέξῃ μόνος τοῦ 4 ἱερεὶς καὶ νὰ θέση αὐτοὺς ὡς μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Παρατάξεώς του, καὶ ἡ Σύνοδος ταύτη (ἑνός καὶ μόνου Ἐπισκόπου καὶ 4 ἱερέων) νὰ προβῇ εἰς ἐκλογὰς νέων Ἐπισκόπων. (Εἰς τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τῶν πράξεων τῆς Συνόδου ταύτης ἀναφέρεται καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Μοναχοῦ Μωϋσέως τῶν Ἀθικίων. Ἡ ἀναφορὰ ταύτη ὁμως εἶναι ψευδέστατη διότι ὁ Μοναχός Μωϋσῆς ἀπεβίωσε τὸ 1946!) Κατόπιν ὁ Ἑπίσκοπος Ματθαῖος ἐδιάλεξεν τέσσερεις ἱερεὶς καὶ ἔθεσεν αὐτοὺς ὡς μέλη τῆς πενταμελῆς Συνόδου τῆς Παρατάξεώς του. Πρόεδρος τῆς Συνόδου ἤτο ὁ ἴδιος ὁ Έπίσκοπος Ματθαῖος καὶ μέλη ὁ Ἡγούμενος κ. Γεδεών Πάσιος, οἱ Ἱερομόναχοι κ. Κάλλιστος Μακρῆς καὶ Ἀθανάσιος Ἀνέστης, καὶ ὁ Πρωτοσύγκελλος π. Εὐγένιος Τόμπρος.
Τὴν 28ην Αὐγούστου 1948, ὁ Ἐπίσκοπος Ματθαῖος μετὰ τῶν τεσσάρων ἱερέων ἐξέλεξαν διὰ τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης Χορεπισκοπῆς Τριμυθοῦντος τῆς Κύπρου τὸν Ἀρχιμανδρίτην Προηγούμενον κ. Γεδεών Πάσιον. Ἡ χειροτονία ἔγεινε τὴν 1η Σεπτεμβρίου 1948 ὑπὸ τοῦ Βρεσθένης κ. Ματθαίου ὡς μόνου Ἐπισκόπου ἐνῷ τὴν θέσιν τῶν ἀπουσιαζόντων ἑτέρων ἐπισκόπων ἀνέλαβαν 5 ἀρχιμανδρίται, 7 ἱερομόναχοι καὶ 1 πρωτοσύγκελλος, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴν «μαρτυρίαν» ἐπιθέτοντες τὰς χείρας αὐτῶν ἐπί τοῦ Ἀρχιμανδρίτου κ. Γεδεών κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὑφ’ ἑνός χειροτονίας παρὰ τοῦ Βρεσθένης κ. Ματθαίου.
Οἱ Ἐπίσκοποι Κορινθίας κ. Κάλλιστος, Θεσσαλονίκης κ. Δημήτριος, 
Πατρῶν κ. Ἀνδρέας, Βρεσθένης κ. Ματθαῖος (κάθοντα), καὶ Τριμυθοῦντος κ. Σπυρίδων
Τόσον ἡ ἐκλογὴ ὅσον καὶ ἡ χειροτονία τοῦ Τριμυθοῦντος κ.
Σπυρίδωνος ἥτο ἀντικανονικὴ διὰ τοῦς ἐξῆς λόγους:
1) Πρώτον διότι ἔγεινε «ὑπερορίως». Ὁ Ἐπίσκοπος Βρεσθένης κ.Ματθαῖος καὶ οἱ τέσσερεις ἱερείς τῆς «Προσωρινῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» δὲν εἴχαν τὸ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον νὰ προβοῦν εἰς ἐκλογὰς διὰ μιᾶς χωρεπισκοπῆς τῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ὁ καταστατικὸς χάρτης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου ὁρίζει ὅτι ὄταν ὑπάρχη ἔλειψις ἐπισκόπων εἰς τὴν νήσον, πρέπει νὰ συγκροτηθῇ τοπικὴ σύνοδος τοῦ κλήρου καὶ λαοῦ τῆς Κύπρου καὶ νὰ ψηφήσουν καὶ ἐκλέξουν νέους ἐπισκόπους.
2) Δεύτερον διότι ἔγεινε «παρ’ ἑνορίαν». Ὡς Ἐπίσκοπος Βρεσθένης ὁ κ. Ματθαῖος δὲν εἴχε τὸ ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον νὰ χειροτονήσῃ Ἐπίσκοπον εἰς τὴν Κερατέαν Ἀττικῆς, δηλαδή εἰς τῆν περιφέρειαν τῆς Μητροπόλεως Ἀθηνῶν, διότι ποτὲ δὲν ἔγεινε ὁ κ. Ματθαῖος τοποτηρητῆς Ἀθηνῶν. Ἡ χειροτονία ἔπρεπε νὰ λάβη μέρος εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐπισκοπῆς Βρεσθένης, δηλαδὴ εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας ὅπου στέκει ἡ Μονὴ Παντανάσσης τοῦ Κάστρου τοῦ Μυστρᾶ.
3) Τρίτον διότι ἔγεινε ὑφ’ ἑνός ἐπισκόπου. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία δέχεται τὴν ὑφ’ ἑνός χειροτονία μόνο ἐὰν ἡ ἐκλογή (τὸ ψήφισμα) γίνει ὑπὸ τουλάχιστον ἑνός ἤ δύο ἑτέρων ἐπισκόπων, καὶ τοῦτο μόνο μὲ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ὅσον δίκαιον καὶ νὰ εἴχε ὁ Ἐπίσκοπος Ματθαῖος, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τὰ ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ἐτύπωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Ματθαιϊκοὶ ἐπισήμως εἰς τὸν «Κήρυκα Γνησίων Ὀρθοδόξων» τὴν 1η Νοεμβρίου 1948 ἀποδείχνουν σαφέστατα ὅτι καὶ δίκαιον νὰ εἴχαν οἱ ὑφ’ ἑνός χειροτονούντες, πάλιν αἱ χειροτονίαι ἐχρειάζοντο Συνοδικὴν Κρίσιν διὰ νὰ λάβουν τὴν ἐκκλησιαστικὴν κανονικότητα καὶ συνήθος ἐδικάζοντο είς ποινὰς προσωρινῆς ἀργίας τόσον οἱ χειροτονούντες ὅσον καὶ οἱ χειροτονηθέντες. 
Ἀλλὰ βεβαίως ἡ χειροτονία τοῦ ὑφ’ ἑνός χειροτονημένου ποτέ δέν ἐπαραλαμβάνετο, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ Συνοδικὴν ἀναγνώρισιν ὡς ἀντικατάστασιν τῆς ἐλλείψεως δευτέρου καὶ τρίτου ἐπισκόπου εἰς τὸν ψήφον, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐπίσης μυστηριακὴν «μαρτυρίαν» (διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως – συγχωρητικῆς εὐχῆς μετ’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν) ὑπὸ τουλάχιστον δύο ἐπισκόπων ὡς ἀντικατάστασιν τῆς ἐλλείψεως τῶν «μαρτυρούντων ἐπισκόπων» εἰς τὴν ἤδη γενομένην χειροτονίαν. 
Οἴ ἴδιοι οἱ Ματθαιϊκοὶ δὲν ἀποκλείουν τοῦτο ὡς ἀποκατάστασιν τῆς κανονικότητος τῆς ἱεραρχίας των εἰς τὰ ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ἐτύπωσαν τὴν 1η Νοεμβρίου 1948 ὡς ἀπολογίαν τῆς ὑφ’ ἑνός χειροτονίας. Ἐπίσης οἱ ἴδιοι οἱ Ματθαιϊκοὶ ἐφήρμωσαν ἀκριβῶς τοῦτο κατὰ τὸ 1971 ὄταν ἔθεσαν τὸ θέμα τῆς ὑφ’ ἑνός χειροτονίας εἰς τὴν κανονικὴν Σύνοδον τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς διὰ νὰ λάβουν τὴν ἀναγνώρησιν ὡς ἀντικατάστασιν τοῦ μή γενομένου κανονικοῦ ψήφου καὶ ἐδέχθησαν τὴν συγχωρετικὴν εὐχὴν καὶ ἐπίθεσιν τῶν χειρῶν («χειροθεσίαν») ὑπὸ δύο ἐπισκόπων διὰ νὰ λάβουν τὴν μυστηριακὴν «μαρτυρίαν» ὡς ἀντικατάστασιν τῆς μή γενομένης μαρτυρίας δύο ἑτέρων ἐπισκόπων εἰς τὴν ἤδη γενομένην χειροτονίαν τοῦ Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος κ. Σπυρίδωνος τὸ 1948.
 
Τότε ἀφοῦ ἀπὸ τὸ 1948 μέχρι τὸ 1971 ἡ Ἱεραρχία τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως ἤτο ἔγκυρος ἀλλ’ οὐ κανονικὴ, ὑπήρχε κανονικὸς λόγος νὰ μὴν παρεδέχοντο οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ τὴν ὑφ’ ἑνός χειροτονίαν καὶ τὴν ἱεραρχίαν γενικότερα τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ μή δεχόμενοι τὴν ὑφ’ ἑνός χειροτονίαν τοῦ 1948 ἔλαβαν ἐπίσης ἔγκυραι ἀλλ’ οὐ κανονικαὶ χειροτονίαι τὸ 1960 καὶ 1962



ΕΓΙΝΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΜΑΤΘΑΙΙΚΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ  ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΣ ,ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΩΣΤΕ ΝΑ  ΚΑΝΟΥΝΕ ΤΟ ΠΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΩΘΟΥΝΕ ΟΛΟΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ κ.κ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ.

ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΥΣΤΙΧΩΣ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ , ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΟΥ. 
 
Ὁ Πρωτοσύγκελλος π. Εὐγένιος Τόμπρος Ἥτο «Παλαιοημερολογίτης Οἰκουμενιστὴς»

Ὁ κ. Γκουτζίδης καὶ ὁ κ. Κοντογιάννης προσπαθοῦν νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ θέσις τῶν ἡγετῶν τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως ἤτο πάντοτε «Γκουτζιδικὴ» (με αὐτὸν τὸν ὅρον ἐνοοῦμε τὴν κακόδοξον ψευδομολογία ὅτι κατὰ τὸ 1924 ἔπεσε ὁλόκληρη ἡ γῆ καὶ ἔμειναν μόνο μερικοὶ λαϊκοὶ στὴν Ἀθήνα καὶ μερικοὶ μοναχοὶ στὸ Ἅγιον Ὁρος Ὀρθόδοξοι).
Ἀλλὰ ὄπως ἀποδείξαμε εἰς τὰς προηγουμένας σελίδας, ἡ ψευδομολογία ταύτη δὲν ἤτο οὔτε θέσεις τῆς Πρώτης Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ. κατὰ τὸ 1935 (ἀφοῦ ἀνανγνώριζαν τα Πατριαρχία Ἱεροσολύμων, Ἀντιοχείας, Σερβίας, Ρωσίας, κλπ, καὶ στόχος τῆς Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ. ἤτο ἡ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ τους με τὰ ὠς ἄνω Πατριαρχία).

Τώρα ἀποδείχνομεν ὅτι ὥς καὶ ὁ π. Εὐγένιος Τόμπρος, ὁ πρωτοσύγκελλος τῆς Ματθαΐκῆς Συνόδου (1942‐1974) δὲν εἴχε τὴν Γκουτζιδικὴν ψευδομολογίαν, ἀλλὰ ἐπίστευεν εἰς τὴν ὕπαρξιν νομίμων Ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν ἐκτὸς τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως.
Δηλαδὴ δὲν φτάνει που ὁ Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανὸς ἤτο «Παλαιοημερολογίτης Οἰκουμενιστὴς» κατὰ τὴν ὥραν που ἐχειροτόνησε τὸν Βρεσθένης Ματθαῖον, ἀλλὰ καὶ ὁ π. Εὐγένιος Τόμπρος, αὐτὸς που ὀργάνωσε τὰς χειροτονίας τοῦ 1948, ἤτο καὶ ἀυτὸς «Παλαιοημερολογίτης Οἰκουμενιστὴς»......

ΔΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΣΥΓΚΕΛΛΟ Π. ΕΥΓΕΝΙΟ ΤΟΜΠΡΟ....... 



Ἡ Δημιουργία τῆς Ἀκακιακῆς Ἱεραρχίας



Τὸ 1949, ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων κ. Γερμανὸς ἡνώθη μετὰ τῶν Ἐπισκόπων τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως. Ἡ Παράταξις ταύτη εἴχε ὡς Πρόεδρον τὸν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον καὶ ὡς μέλη τους Ἐπισκόπους Κυκλάδων κ. Γερμανοῦ, Μεγαρίδος κ. Χριστοφόρου καὶ Διαυλείας κ. Πολυκάρπου. Τὸ 1950 ἐδημοσίευσαν τὴν Ποιμαντορικὴν Ἐγκύκλιον είς τὴν ὁποῖαν ἐπαραδέχθησαν τὰ σφάλματά των καὶ ἐζήτησαν συγχώρεσιν καὶ ἐπανένωσιν μετὰ τῆς Ματθαιϊκῆς Παρατάξεως.



Ὅμως ἡ Ματθαιϊκὴ Παράταξις ἀπάντησε μὲ ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ εἰς τὴν ὁποῖαν ἔγραψαν ὅτι δὲν παραδέχονται καμμίαν ἕνωσιν ἐὰν δὲν χειροτονήσουν πρώτα οἱ Φλωριναίοι νέους ἐπισκόπους καὶ συκγροτήσουν δωδεκαμελῆ Σύνοδον. 



Ἀλλὰ τὸ 1951 ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων κ. Γερμανὸς ἀπεβίωσεν, τὸ 1952 οἱ Ἐπίσκοποι Μεγαρίδος κ. Χριστοφόρος καὶ Διαυλείας κ. Πολύκαρπος ἐπέστρεψαν εἰς τὸν νεοημερολογιτισμὸν, καὶ ὁ Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ἀπεβίωσε τὸ 1955 χωρὶς νὰ χειροτονήσῃ κανένα Ἐπίσκοπον ὡς διάδοχον, καὶ ἔτσι οἱ Παράταξις τῶν Φλωριναίον ἐστερήθῃ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος. 



Ὡς ἀντικατάστασιν Ἐπισκοπικῆς Συνόδου οἱ Φλωριναίοι ἐξέλεξαν δώδεκα ἀρχιμανδρίται ὡς μέλη τῆς προσωρινῆς Συνόδου τῆς Παρατάξεώς των μέχρι καταφέρουν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἱεραρχίας.



Μετὰ τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασποράς, εἴχαν πρωτοέρθει εἰς ἐπαφὴν οἱ Γ.Ο.Χ. τὸ 1931‐1934 δι’ ἀλληλογραφίας, ὄταν ἀκόμα ὁ Πρόεδρος τῆς Ρωσικῆς Ἱεραρχίας ἐβρίσκετο εἰς Σρέμσκι‐Καρλόβτσι......

(τὸ σημερινό Κάρλοβατς τῆς Κροατίας), καὶ οἱ τρεἰς Ἁρχιερεὶς δὲν εἴχαν ἐξέλθει ἀκόμα εἰς τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα. Ὁ ἴδιος ὁ τότε ἱερομόναχος Ματθαῖος Καρμπαδάκης ἐγνώριζεν περί τῆς αἰτήσεως πρὸς τὴν Σύνοδον τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς καὶ δὲν ἐδιαμαρτύρετο.



Ἐξάλου ἐὰν δέν έδιαμαρτύρετο ὁ π. Ματθαῖος νὰ λάβῃ χειροτονίαν ἀπὸ τριῶν ἐπὶ 11 ἔτη νεοημερολογιτῶν Ἐπισκόπων τὸ 1935, πῶς νὰ μὴν ἐδέχετο χειροτονίαν ἀπὸ τοὺς Ρώσους Ἑπισκόπους τῆς Διασπορᾶς οἱ ὁποῖοι ἥσαν πάντοτε παλαιοημερολογίται; Καὶ ἐὰν ἐπίστευε πῶς τέτοια χειροτονία θὰ ἤτο ἄκυρος διότι θὰ ἐγένετο ὑπερορίως καὶ πάρ’ ἑνορίαν, πῶς ἔπραξεν ὁ ἴδιος τὴν ὑπερόριον καὶ πὰρ ἐνορίαν χειροτονίαν τοῦ Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος τῆς Κύπρου τὸ 1948; Δηλαδὴ, σύμφωνα με τὰς πράξεις τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου δὲν θὰ εἴχε πρόβλημα νὰ λάβῃ χειροτονίαν ἀπὸ τοὺς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς.



Καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας Ἀνέστης, εἰς τηλεφωνικὴν ἐπικοινωνίαν τὸ 2001 ἐδήλωσεν ὄτι πρίν χειροτονήσῃ ὑφ’ ἑνός ὁ Ἐπίσκοπος Ματθαῖος ἐζήτησεν τὴν συμμετοχῆν Ρώσων Κατακομβικῶν Ἐπισκόπων ἐκ Πολωνίας (Οὐκρανίας καὶ Λευκορωσίας) οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ 1946 ἐξήλθαν εἰς τὴν κεντρικὴν Εὐρώπην καὶ ἡνώθηκαν μετὰ τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. 



Ὁ εἰς ἐξ αὐτῶν τῶν Ἐπισκόπων ἐκ Πολωνίας‐Οὐκρανίας Λευκορωσίας ἤτο ὁ ἴδιος ὁ Κατακομβικὸς Ἐπίσκοπος Λεόντιος (μετέποιτα Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς) ὁ ὁποῖος ἐχειροτόνησε τρεὶς τῆς Ἀκακιακῆς Ἱεραρχίας κατὰ τὸ 1962.



Ἄλλος ἤτο ὁ Ἐπίσκοπος Φιλόθεος (μετέποιτα Ἁρχιεπίσκοπος Γερμανίας) ὁ ὁποῖος ἤτο ὁ Ἐπίσκοπος που ἐδιάβασε τὴν συγχωρετικὴν εὐχὴν μετὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν αὐτοῦ καὶ ἑνός ἄλλου Ἐπισκόπου ἐπὶ τῶν Ματθαιϊκῶν Ἐπισκόπων Κορινθίας κ. Καλλίστου Μακρῆ καὶ Κιτίου κ. Ἑπιφανίου Παναγιώτου κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1971 ὡς «μυστηριακὴν μαρτυρίαν» τῆς ἤδη γενομένης καὶ ἀναγνωρισμένης χειροτονίας τοῦ 1948.



Τὴν 13η Ἰανουαρίου 1960 συνήλθε τὸ Γ’ Πανελλήνιον Ἱερατικὸν Συνέδριον ἐκατοντάδων ἱερέων τῆς ἄνευ ἐπισκόπου Παρατάξεως τοῦ ἀποθανόντος πρ. Φλωρίνης κ. Χρυσοστόμου καὶ ἐξελέγη ἡ νέα ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας οἱ πλειοψηφίσαντες θὰ ἐκλέγοντο Ἐπίσκοποι, Θεοῦ ἐπιτρέποντος. Τὴν ἐπικοινωνία τῶν Γ.Ο.Χ. μετὰ Γνησίων ἐπισκόπων ἐκτός Ἑλλάδος, είχαν ὑποψιασθεῖ ἡ Κρατικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ Ἀρχὲς, καὶ καραδοκούσαν να παρεμποδίσουν τὴν ἔξοδον τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Ἱερέων εἰς τὸ ἐξωτερικόν.



Ἔχοντας τὴν ἐντολὴν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπής, μετὰ πολλῶν δυσκολίων καὶ μετά ἀπὸ πολυήμερον ταξίδιον οἱ νέοι τότε πρώην Ματθαιϊκοὶ Ἱερομόναχοι τῆς Φλωρινικῆς Παρατάξεως π. Χρυσόστομος Κιούσης καὶ π. Ἀκάκιος Παππᾶς (ὁ νεώτερος) καὶ εἰς περίοδον αὐστηρᾶς νηστείας, μετέβησαν σιδηροδρομικῶς στὴν Δυτικὴ Γερμανία (Μόναχο καὶ Καρλσρούη) ὄπου συναντήθηκαν μετὰ τῶν προσφύγων ἀπὸ τὴν Ρωσίαν Ἀρχιερέων Ἀλέξανδρο (τῆς Ρωσικῆς Ἑκκλησίας τῆς Διασπορᾶς) καὶ Νικάνορα (τῆς Οὐκρανικῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἐξορίᾳ). Ἔπειτα ἐπήγαν στὴν Γαλλίαν (Βερσαλίαι) ὄπου συναντήθηκαν μετά τοῦ Ἁγίου Ἀρχιεπισκόπου Δ. Ευρώπης (καὶ μετέπειτα Σαν‐Φρανσίσκου) Ἰωάννου Μαξίμοβιτς.
 Ἄπαντες τοὺς παρέπεμπαν στὴν Ἀμερικὴν ὄπου ἤταν ἡ ἔδρα τῶν ἐν ἐξορία Ρώσων καὶ Ουκρανῶν Ἐπισκόπων.



Ὁ Ἱερομόναχος Χρυσόστομος Κιούσης ἔλαβε τότε ἐντολή νὰ μεταβῇ στὴν Ἀμερική καὶ νὰ χειροτονηθῇ Επίσκοπος. Τὸ μυστικὸν, ὅμως, διέρρευσε καὶ οἱ ἀρχές τοῦ ἀπαγόρευσαν τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὴν χώρα. Τελικῶς, μετὰ ἐγκρίσεως τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ πενιχρῶν οἰκονομικῶν μέσων, ἀνεχώρησε δι’ Ἀμερικὴν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἀκάκιος Παππᾶς (ὁ γέρων) συνοδευόμενος ἀπὸ ἀνηψιοῦ του, Ἱερομονάχου Ἀκακίου Παππᾶ (τοῦ νεωτέρου), αἰτιολογίᾳ τὴν ἀνάγκη ἰατρικῆς ἐξετάσεως.



Πρόεδρος τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς ἤτο ὁ Μητροπολίτης Ἀναστάσιος (Γρυμπανόβσκυ), ὁ ὁποῖος παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τῶν Ρώσων Ἀρχιερέων τῆς Διασποράς δι’ ἐξυπηρέτησηιν τοῦ Ἀγῶνος, δεν ἤθελε νὰ προβῇ εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ π. Ἀκακίου, φοβούμενος τὸ ἐνδεχόμενο να ὑποκινηθῇ ἡ Ἀμερικανική Πολιτεία ἐναντίον τῆς ἐν Διασπορᾷ Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ὑποκινούμενη ἀπό τοῦ Μασώνου Πατρίαρχου Ἀθηναγόρα (πρώην Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς) καὶ τοῦ τότε Μασώνου Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Ἰακώβου. Ἵσως ἐφοβήθη τὴν ὑποκίνησιν τῶν ἰδίων τῶν Μασώνων ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης Ἀναστάσεως ἤτο Μασώνος γραμμένος εἰς τὴν Στοὰν τῆς Νέας Ὑόρκης ὡς «Μητροπολίτης Ἀναστάσιος, Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων».


Μπορεῖ νὰ ἤτο παραχωρήσει Θεοῦ νὰ μὴν τελέσῃ τὴν χειροτονίαν ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης Ἀναστάσιος καὶ νὰ μολύνῃ τὸν Ἀγῷνα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τονίσομεν ὅτι καὶ ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ ἤτο Μασῶνος καὶ οὔτος ἐχειροτόνησε τὸν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον τὸ 1909, καὶ ὁ πρ. Φλωρίνης ἐχειροτόνησε τὸν Βρεσθένης Ματθαίον τὸ 1935. Τότε ἐὰν ἡ ὕπαρξις τῶν κρυπτῶν Μασῶνων μολύνει τὴν μετάδωσιν τῆς Θείας Χάριτος τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τότε οὔτε ὁ πρ. Φλωρίνης, οὔτε ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος ἤσαν ἔγκυροι Ἐπίσκοποι
Καὶ ὅσον ἀφορὰ τὸ Ἅγιον Μύρον που ἐχρησιμοποιούσαν οἱ Φλωριναίοι καὶ Ματθαιϊκοὶ, τοῦτο εὐλόγησε ὁ Μασῶνος Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄ τὸ 1912, καὶ ἐὰν θεωρηθῇ μολυσμένον τὸ Μύρον λόγῳ τῆς κρυπτῆς Μασωνίας τοῦ Πατριάρχου, τότε οὔτε λαϊκοὺς δὲν ὑπάρχουν σήμερον ἀφοῦ χωρίς γνήσιον Μύρον δὲν δύναται νὰ ὁνομάζεται κανεὶς λαϊκὸς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀλλὰ παραχωρήσει Θεοῦ δὲν ἔλαβε μέρος ὁ Μητροπολίτης Ἀναστάσιος εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ Ἀκακίου Παππᾶ καὶ ἔτσι οἱ Ἀκακιακή Ἱεραρχία δὲν ἔχει καμμίαν μόλυνσιν ἀπὸ Μασώνων ἐνῶ ἡ Ματθαιϊκὴ Ἱεραρχία ἔχει τὸν Μασώνων Πατριάρχην Ἰωακείμ Γ΄ εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀποστολικῆς των διαδοχῆς.

Εἰς τὴν δύκολον ἐκείνη στιγμὴ, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφείμ Ἰβάνωφ, ἀπεφάσισε νὰ βοηθήσῃ τὸν Ἱερὸν Ἀγῶνα καὶ νὰ τελέσῃ κρυφὰ τὴν ἐπισκοπικὴν χειροτονίαν τοῦ π. Ἀκακίου Παππᾶ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφείμ ἤτο Ἁγιορείτης καὶ ζηλωτῆς. Ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Σαντιάγου τὸ 1946 εἰς τὴν Γερμανίαν ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου κ. Ἀναστασίου Γκριμπανόβσκυ (προτοῦ γίνῃ οὔτος Μασῶνος) καὶ τῶν Ἐπισκόπων κ. Ἱερονύμου Τσέρνωφ καὶ κ. Ναθαναὴλ Λβωφ τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ ἡ χειροτονία ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος καὶ δεύτερος ἐπίσκοπος.
Ὅ μόνος που μπορούσε ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ βοηθήσῃ ἤτο ὁ Ἐπίσκοπος Σεβρῶν κ. Θεόφιλος Ἰωνέσκου, ὁ ὁποῖος ἤτο Ρουμανικῆς καταγογῆς ἀλλὰ ἐποίμαναι τὰς Ρουμανικᾶς καὶ Μολδοβικὰς ἐνορίας τῆς Ρωσικῆς Συνόδου τῆς Διασπορᾶς. Ἡ πληιοψηφία τῶν ἐνοριῶν του ἀκολουθούσαν τὸ Πάτριον Ἑορτολόγιον, ἐνῷ δυο‐τρεὶς ἐνορίες που εἴχαν προσχωρίσει εἰς τὴν Ρωσικὴν Σύνοδον ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον Ρουμανίας ἐπετράπηκαν νὰ τηροῦν τὸ νέον ἡμερολόγιον κατ’ οἰκονομίαν μέχρις ὅτου συνηθήσουν τὸ παλαιόν. Ὁ ἴδιος ὁ Ἐπίσκοπος Θεόφιλος Ἰωνέσκου ὅμως ἀκολουθούσε τὸ παλαιὸν. Ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος Σεβρῶν τῆς Γαλλίας τὸ 1952 ὑπὸ τοῦ Ρουμάνου Ἀρχιεπισκόπου κ. Βησσαρίονος Πουΐου καὶ τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων κ. Ναθαναὴλ Λβωφ καὶ Ἅγίου Ἰωάννου Μαξίμοβιτς τοῦ Θαυματουργοῦ (ἔχει ἄφθαρτα λείψανα).




Τὴν 9η Δεκεμβρίου 1960, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφεὶμ, συμμαρτυρίᾳ τοῦ Ἐπισκόπου Σεβρῶν κ. Θεοφίλου, ἐτέλεσεν τὴν χειροτονίαν τοῦ π. Ἀκακίου Παππᾶ εἰς Ἐπίσκοπον Ταλαντίου (μία χωρεπισκοπὴ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος). Ἡ ἀκολουθία ἔγεινε σύμφωνα μὲ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἐτέλεσεν τὸ Μυστήριον ὡς χειροτονητῆς ἐνῷ ὁ Ἐπίσκοπος Θεόφιλος ἀπλῶς ἐτέλεσεν τὴν μυστηριακὴν «μαρτυρίαν» δευτέρου ἐπισκόπου. Ἄλλοι μάρτυρες τῆς χειροτονίας ἤσαν οἱ Ἱερομόναχοι π. Πέτρος Ἀστιφίδις, π. Ἀκάκιος Παππὰς ὁ νεώτερος, καὶ ἐλλάχιστοὶ λαϊκοὶ λόγῳ τῆς κρυφῆς ἰδιότητος τῆς χειροτονίας.

Ἡ χειροτονία τοῦ Ἀκακίου Παππᾶ ἤτο ἔγκυρος ἀλλ’ οὐ κανονικὴ (ὡς ἤσαν καὶ αἱ χειροτονίαι τῶν Ματθαιϊκῶν) διὰ τοὺς ἐξῆς λόγους:

1)Ἔγινε ὑπερορίως. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφεὶμ δὲν εἴχεν τὴν ἐξουσίαν νὰ χειροτονήσῃ Ἐπίσκοπον διὰ μιᾶς χωρεπισκοπῆς τῆς Ἑλλάδος. Ἐδὼ ἔγινε ἡ ἴδια παράβασις που ἔκανε ὁ Βρεσθένης κ. Ματθαῖος ὁ ὁποῖος ἐχειροτόνησε κατὰ τὸ 1948 ἕνα Ἐπίσκοπο διὰ μιᾶς χωρεπισκοπῆς τῆς Κύπρου. 

Ὅμως ἡ χειροτονία τοῦ 1948 ἤτο καὶ παρ’ ἐνορίαν διότι ὁ Ἐπίσκοπος Ματθαῖος ἐτέλεσεν τὴν χειροτονίαν εἰς τὴν Ἀττικὴν (περιφέρεια ποὺ ἀνήκει στὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν) ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τελέσῃ τὴν χειροτονίαν εἰς τὴν ἰδικήν του Ἐπισκοπὴν Βρεσθένης (εἰς τὸν νομό Λακωνίας). Ὀπότε ἡ χειροτονία τοῦ 1948 εἴχε περισσοτέραν ἀντικανονικὴν στάσιν εἰς ὅσον ἀφορὰ τὸ θέμα τῆς ὑπερορίου καὶ παρ’ ἐνορίαν χειροτονίας χωρεπισκόπου.

2)Ἔγινε χωρὶς τὴν ἔκρισιν τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου. Ἐδὼ ἡ χειροτονία τοῦ Ἀκακίου Παππὰ τὸ 1960 πίπτει εἰς περοσσοτέραν ἀντικανονικότηταν ἀπὸ τὴν χειροτονίαν τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυριδώνου τὸ 1948, διότι ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος δέν εἴχε νόμιμον Πρόεδρον τὸν ὁποῖον εἴχε ἀνάγκη νὰ ειδοποιήσῃ, ἀφοῦ μόνος νόμιμος Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῶν Γ.Ο.Χ. ἤτο ὁ Δημητριάδος κ. Γερμανὸς καὶ οὔτος ἀπεβίωσε δύο ἔτη ἐνωρίτερα κατὰ τὸ 1946. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφείμ ὅμως εἴχε κανονικὸν Πρόεδρον που ἐβρίσκετο εἰς τὴν ζωὴν, δηλαδὴ, τὸν Μητροπολίτην Νέας ‘Υόρκης κ. Ἀναστάσιον, τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὁποῖου εἴχε ἀνάγκη νὰ λάβῃ κανονικῶς προτοῦ προβῇ εἰς χειροτονίαν Ἐπισκόπου.

3)Ἔγινε μὲ τὴν ἔγκρισιν μόνο τριῶν Ἐπισκόπων καὶ οὐχὶ πάντων τῶν μελῶν τῆς Συνόδου. Προτοῦ προβῇ εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ π. Ἀκακίου Παππᾶ, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου κ. Σεραφείμ ἔλαβε τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σαν Φρανσίσκου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θαυματουργοῦ, καὶ τὴν συμφωνίαν τοῦ Ἐπισκόπου κ. Θεοφίλου Ἰωνέσκου νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν χειροτονίαν. Ἀφοῦ τότε ὑπήρξε ὁ ψήφος τριῶν Ἐπισκόπων διὰ τὴν ἐπισκοπικὴν χειροτονίαν τοῦ π.Ἀκακίου Παππᾶ, δὲν πίπτει εἰς τὴν ἄκραν ἀντικανονικὴν κατάστασιν τῆς χειροτονίας τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος ἡ ὁποῖα ἔγεινε μὲ τὸν γραπτὸν ψήφον ἑνός καὶ μόνου Ἐπισκόπου (τοῦ Βρεσθένης Ματθαίου) καὶ τεσσάρων κατωτέρων κληρικῶν (ὁ εἱς ἐκ τῶν ὁποῖον ἤτο ὁ ἴδιος ὁ μετέπειτε ὑφ ἑνός χειροτονηθεῖς Ἑπίσκοπος Τριμυθοῦντος Σπυρίδων).

Ἄλλος ὁ λόγος τῆς περισσοτέρας κανονικότητος τῆς χειροτονίας τοῦ Ἀκακίου Παππᾶ ἤτο τὸ γεγονός ὅτι στὴν ἴδια τὴν χειροτονία ἕλαβαν μέρος ἕνας Ἁρχιεπίσκοπος καὶ ἕνας Ἐπίσκοπος ἐνῷ στὴν χειροτονία τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος ἔλαβε μέρος μόνο ἕνας Ἐπίσκοπος. 
Βεβαίως μόνο ἕνας Ἐπίσκοπος διαβάζει τὴν χειροτονίαν καὶ μεταδίδει τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχὴν, ὁπότε καὶ εἰς τὰ δύο γεγονότα ἡ χειροτονία ἤτο μυστηριακῶς πλῆρης. Ἀλλὰ εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυριδώνου τὸ 1948 δὲν ἔγεινε ἡ μυστηριακὴ «μαρτυρία» δευτέρου Ἐπισκόπου, ἐνῷ εἰς τὴν χειροτονίαν τοῦ κ. Ἀκακίου Παππᾶ ἡ «μαρτυρία» ἔγεινε ἀπὸ τοῦ Ἐπισκόπου κ. Θεοφίλου. Τοῦτο σημαίνει ὅτι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς μυστηριακῆς παρουσίας τοῦ «μαρτυροῦντος» δευτέρου Ἐπισκόπου, τοῦτο δὲν χρειάζεται ἐπανάληψιν εἰς τὴν Ἀκακιακὴν Ἱεραρχίαν (ἀφοῦ ἔγεινε ἐξ ἀρχῆς), ἀλλὰ εἰς τὴν Ματθαιϊκὴν Ἱεραρχείαν πρέπει νὰ γίνῃ διότι ποτὲ δὲν ἔγεινε (δηλαδὴ εἴναι ἀνύπαρκτον γεγονὸς).

Ἀλλὰ δὲν ἐχρειάζοντο οἱ Ματθαιϊκοὶ Ἐπίσκοποι καμμίαν ἀνανχειροτόνησιν, διότι τὴν χειροτονίαν τὴν ἔλαβαν πλῆρης τὸ 1948, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ἔλαβαν τὴν «μαρτυρίαν» ἑνός ἡ δύο ἑτέρων ἐπισκόπων εἰς τὸ μυστήριον τῆς πρώτης χειροτονίας (τῆς τοῦ Τριμυθοῦντος κ. Σπυρίδωνος), πρέπει νὰ τὸ λάβουν ἐκ τῶν ἱστέρων διὰ μυστηριακὸν μέσον (π.χ. συγχωρετικὴν εὐχὴν μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν). 

Διὰ τοῦτο ὄταν ἡ Ρωσικὴ Σύνοδος τῆς Διασπορᾶς ἀνεγνώρισε τὴν Ἀκακιακὴν Ἱεραρχίαν ἀπλὰ ἔστειλαν τὸν Ἐπίσκοπον Μανχάτταν κ. Λαύρον εἰς τὴν Ἑλλάδαν διὰ νὰ τοὺς δεχθῇ στὴν κοινωνίαν, ἐνῷ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν Ματθαιϊκῶν Ἑπισκόπων ἔδωσε διαταγὴ νὰ διαβασθῇ ἡ συγχωρετικὴ εὐχὴ παρουσία δύο Ἐπισκόπων ὡς «μάρτυρες ἐκ τῶν ἱστέρων», διὰ νὰ λάβῃ ἡ χειροτονία τοῦ 1948 τὴν «μαρτυρία» που εἴχε μέχρι τότε (1948‐1971) ἐντελῶς ἀνύπαρκτον.

Ἐνῷ ἡ χειροτονία τοὺ Ἁκακίου Παππᾶ δὲν ἤτο ὄσο ἀντικανονικὴ που ἤτο ἡ χειροτονία τοῦ Τριμυθοῦντος Σπυρίδωνος, ἔγεινε ὅμως παραβάσει τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ ἤτο μόνο ἔγκυρος ἀλλ’ οὐ κανονικὴ ἕως ὅτου λάβῃ τὴν ἀναγνώρησιν μιᾶς κανονικῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1960 μέχρι τὸ 1969 ἡ Ἁκακιακὴ Ἱεραρχία ἤτο ἀντικανονικὴ ὅσον ἤτο καὶ ἡ Ματθαιϊκὴ Ἱεραρχία. Αἱ δύο Ἱεραρχίαι ἔλαβαν τὴν κανονικότητα μόνο τὸ 1969 καὶ τὸ 1971 ὄταν ἔλαβαν τὴν ἀναγνώρησιν τῆς κανονικὴς Συνόδου τῶν Ρώσων Ἐπισκόπων τῆς Διασπορᾶς.

Ἡ νεοσυσταθείσα Ἀκακιακὴ Ἱεραρχία ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Ἀκακίου ἐπήρε μία ἀνάσα ζωῆς. Ἐχειροτονήθηκαν ἱερεὶς ὅσοι ὑποψήφθηκαν πρὸς ἱερωσύνη ἥσαν εἰς ἀναμονὴν τὰ τελευταία ἔτη καὶ καλύφθησαν πολλαὶ κεναὶ ἐφημεριακαὶ θέσεις. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξακολούθησε νὰ λειτουργῇ ὑπό τὴν Προεδρεία τοῦ Ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Ἀκακίου καὶ με Γραμματέα τὸν Ἱερομόναχο Χρυσόστομο Κιούση.

Ὁ τελευταίος με συνεχεῖς ἐκκλήσεις του δι’ ἀλληλογραφίας παρεκάλει τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σικάγου κ. Σεραφείμ νὰ έλθῃ στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ χειροτονήσει μαζί με τὸν Ἐπίσκοπο Ταλαντίου κ. Ἀκάκιο καὶ ἄλλους Ἀρχιερείς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ἀπήντησε ὅτι δὲν μπορούσε νὰ ἐπιχειρήσῃ τέτοιον ταξίδιον, ἀλλὰ ἐκτιμήσας τὸν Ἱερὸν Ἁγῶνα τοὺς προέτρεψε νὰ ἀποτανθοῦν στὸν δραστήριον Ἀρχιεπίσκοπον Χιλῆς κ. Λεόντιον νὰ ἔλθῃ στὴν Ἑλλάδα πρὸς ενίσχυσην τοῦ Ἀγῶνος. Τοῦτο καὶ ἐγένετο καὶ ὁ Χιλῆς κ. Λεόντιος ἀπεδέχθη τὴν πρόσκληση.

Ὁπότε, τὸν Μάϊον τοῦ 1962, καταφθάνει στὴν Ἑλλάδα ὡς ἐπισκέπτης, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ Ἀρχὲς, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς κ. Λεόντιος, ὁ ὁποῖος, ὁμοῦ με τὸν Ἐπίσκοπον Ταλαντίου κ. Ἀκάκιον Παππᾶν, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγ. Νικολάου Παιανίας, ἐχειροτόνησε τὸν Ἀρχιμανδρίτην Παρθένιον Σκουρλῆν εἰς Ἐπίσκοπον Κυκλάδων.

Τότε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Λεόντιος μαζί μὲ τοὺς Ἐπισκόπους Ἀκάκιον καὶ Παρθένιον, ἐχειροτόνησε τὸν Ἀρχιμανδρίτην Αὐξέντιον Πάστραν εἰς Ἐπίσκοπον Γαρδικίου. Προτοῦ ἀναχωρήσῃ δι’ Ἀμερικὴν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Λεόντιος μαζί με τοὺς Ἑπισκόπους Ἀκάκιον, Παρθένιον καὶ Αὐξέντιον, ἐχειροτόνησε τὸν Ἀρχιμανδρίτην Χρυσόστομον Νασλίμη εἰς Ἐπίσκοπον Μαγνησίας. Ὁλίγους μήνας ἀργότερον ὁ Ἐπίσκοπος Ταλαντίου κ. Ἀκάκιος Παππᾶς, μαζὶ μὲ τοὺς Ἐπισκόπους Κυκλάδων κ. Παρθένιον Σκουρλῆ, Γαρδικίου κ. Αὐξέντιον Πάστραν καὶ Μαγνησίας κ. Χρυσόστομον Νασλίμη, ἐχειροτόνησε δύο νέους Ἐπισκόπους: τὸν Διαυλείας κ. Ἀκάκιον Παππᾶν (τὸν Νεότερον) καὶ τὸν Σαλαμῖνος κ. Γερόντιον Μαργιόλην. Κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1962 ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χιλῆς κ. Γερόντιος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Καράκας κ. Σεραφεὶμ, εἰς Νέαν Ὑόρκην ἐχειροτόνησαν τὸν Ἀρχιμανδρίτην Πέτρον Ἀστυφίδην εἰς Ἐπίσκοπον Ἀστορίας.


Χειροτονητήρια Ἐπισκόπων Ἀκακίου καὶ Αὐξεντίου


ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΡΧΙΕΠΙΣΟΠΟΣ ΣΙΚΑΓΟΥ ΚΑΙ ΝΤΗΤΡΟΪΤ
2141 – W. Πιερσοί Σικάγο 22 Ἰλινόϊς U.S.A.
23 Σεπτεμβρίου – 9 Ὀκτωβρίου
Σύλληψις Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου
Ἀρ. Πρωτ. 677

ΒΕΒΑΙΩΣΙΣ


Διὰ τοῦ παρόντος πιστοποιῶ ὅτι ἑγώ μαζί μὲ ἕναν ἀκόμη κανονικόν Ἐπίσκοπον τῆς ἰδικῆς μας Ρωσικῆς ἐν τῇ ξένῃ Ἐκκλησίας, προέβημεν ἐν τοῖς πράγμασιν εἰς χειροτονίαν εἰς Ἐπίσκοπον Ταλαντίου τοῦ αἰδεσιμωτάτου Ἀρχιμανδρίτου Ἀκακίου. Ἡ χειροτονία πραγματοποιήθη 9/22 Δεκεμβρίου 1960 εἰς τὴν πόλιν Ντετρόϊτ καὶ ἐντός τῶν ὁρίων τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ δέον νὰ θεωρηθῆ νόμιμη, ἔστω καὶ ἐὰν ἐπραγματοποιήθη ἄνευ ἐνημερώσεως τῆς ἰδίας ἡμῶν Ἀρχιεπισκοπικῆς Συνόδου. Εἰς πίστωσιν τούτου ἐτέθη ἡ ὑπογραφή μας καὶ ἡ ἐπαρχιακή σφραγίς.


+ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Ἀρχιεπίσκοπος Σικάγου καὶ Ντητρόϊτ




ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΧΙΛΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΟΥ

ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΚΤΟΣ ΡΩΣΙΑΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ





Ὁ ὑποφαινόμενος ΛΕΟΝΤΙΟΣ Ἀρχιεπίσκοπος τῶν ἐν Χιλῇ καὶ Περοῦ Ρώσων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν πιστοποιῶ ὅτι, τῇ ἐπικλῆσει τῆς Θείας Χάριτος τοῦ Παναγίου καὶ Τελεταρχικοῦ Πνεύματος, τῇ εἰκοστῇ (20ῇ) Μαΐου τοῦ ἔτους χιλιοστοῦ ἐννεακοστοῦ ἐξηκοστοῦ δευτέρου (1962), ἐν τῷ παρεκλησίῳ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Μηνᾶ τῆς ἐν Παιανία Ἀττικῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, συλλειτουργοῦντος καὶ τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Ἀκακίου, τὸν τέως Ἀρχιμανδρίτην κ. ΑΥΞΕΝΤΙΟΝ ΠΑΣΤΡΑΝ ἐχειροτονήσαμεν εἰς Ἐπίσκοπον τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Γαρδικίου καὶ δεδώκαμεν αὐτῷ ἐκουσίαν ἐπιτελεῖν τὰ τῷ Ἀρχιερατικῷ ἀυτοῦ βαθμῷ παρομαρτοῦντα.



+ ΛΕΟΝΤΙΟΣ Αρχιεπίσκοπος Χιλῆς καὶ Περοῦ


Ἐν Σαντιάγῳ τὴν 1ὴν Ἰανουαρίου 1965
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλώ πολύ μην γράφετε υβριστικά ή προβοκατόρικα σχόλια διότι θα διαγράφονται.