Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Ολίγα τινά περί Ρωσικής εκκλησιαστικής ιστορίας





Η Ρωσική εκκλησία υπαγόταν στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η πρώτη γνωστή μητροπολιτική έδρα ήταν το Κίεβο. Όταν η πολιτική δύναμη μετακινήθηκε από το Κίεβο στη Μόσχα κατά τον 14ο αιώνα, μεταφέρθηκε και η έδρα. Έκτοτε διαμορφώθηκε η παράδοση ότι ο μητροπολίτης Μόσχας είναι και η κεφαλή της Εκκλησίας.
Διαμορφώνοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της μέσα στον μεσαίωνα, η Ρωσική Εκκλησία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον ασκητισμό, που εξελίχθηκε εντέλει σε μια ευρέως διαδεδομένη μοναστική παράδοση. Πολλές ήταν οι μονές (Λαύρες) που ιδρύθηκαν σε τούτη την περίοδο στην επικράτεια της Μοσχοβίας, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου επεκτάθηκαν.
Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία έγινε αυτοκέφαλη και το 1589 ο μητροπολίτης Μόσχας διεκδίκησε και πήρε τον τίτλο του πατριάρχη. Εν τη γενέσει της η Ρωσική Εκκλησία διατήρησε τη βυζαντινή παράδοση της αλληλεπίδρασης με την κοσμική εξουσία επιτρέποντας στην κρατική γραφειοκρατία να συμμετέχει ενεργά στις διοικητικές υποθέσεις της Εκκλησίας. Τούτος ο έντονος βυζαντινισμός μαζί με το γεγονός ότι η Ρωσία παρέμεινε μετά τον μεσαίωνα για μακρό χρονικό διάστημα απομονωμένη από τη Δύση, κράτησε ουσιαστικά τη Ρωσική Εκκλησία ανέπαφη από τις ιστορικές εξελίξεις της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης. Η εμμονή στο παραδοσιακό τυπικό προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στη νεοτερικότητα ουκρανών κληρικών κατά τον 17ο αιώνα να εισάγουν δογματικές και λειτουργικές μεταρρυθμίσεις με αποτέλεσμα την εκδήλωση σχίσματος στην Εκκλησία και την εμφάνιση του κινήματος των Παλαιών Πιστών. [ παλαιόπιστων ]


Αργότερα, κατά τον 18ο αιώνα επαναπροσδιορίζοντας την αυτάρκεια της εξουσίας του ως τσάρος ο Πέτρος ο Μέγας ελαχιστοποίησε κατά το δυνατόν την εμπλοκή της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαχείριση του κράτους αλλάζοντας το καταστατικό της και καταργώντας το παλαιορωσικό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο η μέτρηση των χρόνων άρχιζε από κτίσεως κόσμου και το έτος ξεκινούσε το Σεπτέμβριο. Επενέβη περαιτέρω στην εκκλησιαστική διαχείριση, καταργώντας το πατριαρχείο το 1721 και ορίζοντας την Ιερά Σύνοδο ένα κρατικό όργανο στελεχωμένο από κοσμικούς υπαλλήλους, προορισμένο να διαχειρίζεται και να ελέγχει την Εκκλησία. Η δυναμική του επέμβαση στην κοσμική εξουσία της Ρωσικής Εκκλησίας του απέφερε τον τίτλο αντίχριστος από τους δυσαρεστημένους εκκλησιαστικούς παράγοντες.
Οι επεμβάσεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της εικόνας της Εκκλησίας ως ηθικής αρχής κατά τον 18ο ιδιαίτερα και κατά τον 19 αιώνα, οπότε εκδηλώθηκε ένα ισχυρό κίνημα για την αποκατάσταση της αυτονομίας της Εκκλησίας και οργανωτική ανανέωση. Επιπρόσθετα, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η ισχυρή μοναστική παράδοση παρήγαγε ένα σεβαστό αριθμό πρεσβυτέρων της εκκλησίας, οι οποίοι κατόρθωσαν να κερδίσουν τον σεβασμό όλων των κοινωνικών τάξεων λειτουργώντας ως σύμβουλοι επί κοσμικών και πνευματικών θεμάτων.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Ρωσική Εκκλησία, όπως και κάθε άλλη θρησκευτική έκφραση, υποτάχτηκε στη Σοβιετική Ένωση. Πέραν του ότι έγινε αναστολή των προνομίων που παρείχε η μετριοπαθής προσωρινή κυβέρνηση λίγο πριν το 1917 και τα οποία αποκαθιστούσαν την Εκκλησία στο προ Πέτρου Μεγάλου καθεστώς της, η εκκλησιαστική περιουσία κρατικοποιήθηκε και εκτελέστηκαν με διάφορες αιτιολογήσεις πάνω από 1200 απλοί ιερείς και αξιωματούχοι στην περίοδο 1922-26.
Με έναρξη τη δεκαετία του 1920, εκτός από την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία που κυνηγήθηκε ανελέητα, βουδιστικοί και σαμανιστικοί τόποι λατρείας στην Μπουρυατία στην περιοχή της Βαϊκάλης καταστράφηκαν, ενώ οι Λάμα και οι σαμάνοι συλλαμβάνονταν και είτε οδηγούνταν στην εξορία είτε απειλούνταν με ποινή θανάτου.
Το 1925, ιδιαίτερα ιδρύθηκε στη Σοβιετική Ένωση ο Σύνδεσμος των Άθεων Μαχητών ο οποίος κατεύθυνε μια πανσοβιετική εκστρατεία κατά των οργανωμένων θρησκειών. Η κορύφωση των διωγμών κατά των θρησκειών ήλθε στη δεκαετία του 1930, όπου ξεκίνησε ένας ανελέητος διωγμός εναντίον κάθε θρησκευτικής έκφρασης, βασισμένος στο αποκαλούμενο "Πέντε χρόνων σχέδιο αθεΐας", υιοθετημένο από την κυβέρνηση του Στάλιν το Μάιο του 1932.  
Στην περίοδο του Β' παγκοσμίου πολέμου εξ αιτίας της ανάγκης εκδηλώσεως προς τους Δυτικούς συμμάχους ενός προσωπείου ανεξιθρησκίας, ο Ιωσήφ Στάλιν χαλάρωσε την αντιθρησκευτική του πολιτική και χρησιμοποιήσει την Εκκλησία προς όφελός του προκειμένου να κρατήσει ενωμένο το λαό μπροστά στον εθνικό κίνδυνο. Χάριν εθνικής άμυνας χιλιάδες Εκκλησίες άνοιξαν εκ νέου στη Σοβιετική Ένωση, για να κλείσουν και πάλι χάριν της πολιτικής που ακολούθησαν ο Νικήτα Χρουτσώφ και ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ στην περίοδο 1953-1982. 
Μία εκ νέου αλλαγή της σοβιετικής πολιτικής συνέβη, όταν ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ το 1988 συναντήθηκε με ηγέτες της ορθόδοξης εκκλησίας, προκειμένου να συζητηθεί ο ρόλος των θρησκειών στη ζωή των πιστών τους. Λίγο αργότερα ο επίσημος εορτασμός της χιλιετηρίδας της Ρωσικής Ορθοδοξίας υπέδειξε ότι ήταν πλέον αποδεκτή η ελεύθερη θρησκευτική έκφραση. Έκτοτε με διαρκείς νομοθετικές ρυθμίσεις την άνοιξη του 1990 ψηφίστηκε ένας νέος νόμος που αναγνώριζε εξαιρετικές θρησκευτικές ελευθερίες.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Αλέξιο Β' μεταξύ των ετών 1990 και 1995 περισσότερες από 8000 Ρωσικές Ορθόδοξες Εκκλησίες άνοιξαν, διπλασιάστηκαν οι ενεργές ενορίες και προστέθηκαν 32 επισκοπές. Ακολούθως η ρωσική κυβέρνηση επέστρεψε πολλά από τα δημευμένα κτήρια και εγκαταστάσεις παρέχοντας ταυτοχρόνως βοήθεια για την επισκευή και την ανακατασκευή των κατεστραμμένων συγκροτημάτων.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.