Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Ποδόλουτρο και Κανατόλουτρο ΔΕΝ είναι έγκυρο Βάπτισμα



+Ιερομονάχου  Καλλίστου Τζουλακίντζε
+Iερομονάχου Γρηγορίου  Ζιώγου
Η κάτωθι μελέτη  στοχεύει στο να κατανοήσουν άπαντες, 
1.      Τι σημαίνει  Βάπτισμα
2.      Τα «Βαπτίσματα» των αιρετικών είναι άκυρα 
3.      Γίνονται δεκτά από την Εκκλησία [ εαν και εφόσον ] μόνον όταν  υπάρχει ο αποστολικός τύπος των τριών καταδύσεων.
Ας δούμε τι γράφει το Πηδάλιο και ποιά είναι η εμπειρία της Εκκλησίας:

 Κανών Αποστολικός 46ος :
Όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ήθελεν αποδεχθή ως ορθόν και αληθινόν το βάπτισμα των αιρετικών, ο τοιούτος προτάζομεν  να καθαιρεθεί. Επειδή ποίαν συμφωνία έχει ο Χριστός με τον διάβολον;   Ή πιστός μετά του απίστου;
Κανών Αποστολικός 47ος :
Επίσκοπος ή πρεσβύτερος τον κατά αλήθεια έχοντα βάπτισμα, εάν άνωθεν βαπτίση. ή τον μεμολυσμένο παρά των ασεβών εάν μη βαπτίση καθαιρείσθω…
Κανών Αποστολικός 50ος :
Ει τις Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος μη τρία βαπτίσματα (3 καταδύσεις ), μιας μυήσεως επιτελέση αλλά εν βάπτισμα ( 1 κατάδυση ),  το εις τον θάνατον του Κυρίου διδόμενον καθαιρείσθω…
( σ.σ. Εάν με την 1 κατάδυση είναι άκυρο, τότε  το χωρίς καμμία, που μπορεί να σταθεί; )
Κανών Αποστολικός 68ος :
…τους γαρ παρά των τοιούτων (σ.σ. αιρετικών ), βαπτισθέντας ή χειροτονηθέντας, ούτε πιστούς, ούτε κληρικούς είναι δυνατόν.  
255μ.χ συνεκλήθη τοπική σύνοδος αποκλειστικά για το θέμα του βαπτίσματος, γνωστή ως Εν Καρθαγένη. Απόφαση της συνόδου: Έξω της Εκκλησίας κανένας δεν δύναται να βαπτισθεί, επειδή είναι ένα της Ορθοδόξου  Εκκλησίας  το βάπτισμα.
258 μ.χ. συνεκλήθη τοπική σύνοδος στην Ικονία με έξαρχο τον Φιρμιλιανό Καισαρείας. Απόφαση της συνόδου: Καμιά Ιεροπραξία των αιρετικών να μην είναι δεκτή.
325 μ.χ. η 1η οικουμενική σύνοδος στον 19ο  Κανόνα ορίζει να βαπτίζονται οι αιρετικοί Παυλιανιστές.

Ο Μέγας Βασίλειος: στον 1ο Κανόνα του δέχεται το βάπτισμα των σχισματικών με την αναμύρωση  ( χάριν των επισκόπων της Ασίας, δηλονότι είχαν απαράλλαχτο τον Ορθόδοξο τύπο του Μυστηρίου). Γιά τους αιρετικούς Εγκρατίτες ορίζει να βαπτισθούν εξ’ άπαντος, διότι ίδιον επινόησαν βάπτισμα, παραχαράξαντες  την εν  τω βαπτίσματι  παράδοσιν.
 Στον 47ο Κανόνα του ο Βασίλειος επιδιορθούμενος διατάσει κατηγορηματικά την ακρίβεια των Αποστολικών  Κανόνων – εξ’ ‘απαντος  βάπτισμα
381 μ.χ. η 2η οικουμενική σύνοδος στον 7ο Κανόνα δέχεται το βάπτισμα  των βλάσφημων αιρετικών Αρειανών και Μακεδονιανών [σ.σ. εξαναγκάστηκαν…]    κατά ακρωτάτη οικονομία, επειδή διεσώθη ο Ορθόδοξος  τύπος του βαπτίσματος. Τους αιρετικούς όμως που παραχάραξαν τον αποστολικό τύπο του Μυστηρίου, τους βάπτισαν ακινδύνως.   (Ευνομιανούς – Μοντανιστάς – Σαββελιανούς).
451 μ.χ. η 4η οικουμενική σύνοδος στον 14ο Κανόνα ορίζει να βαπτίζονται οι αιρετικοί που παραχάραξαν  τον Ορθόδοξο  τύπο του Μυστηρίου.
691 μ.χ. η Πενθέκτη οικουμενική σύνοδος στον 2ο Κανόνα σφραγίζει τους Κανόνες του Μ. Βασιλείου και της τοπικής συνόδου Εν Καρθαγένη, δίνοντας τους πλέον κύρος  Οικουμενικό  και Αλάθητο.
Το 1755 μ.χ. συνεκλήθη Πανορθόδοξος σύνοδος για το Ράντισμα των Παπικών.
Τους δ’ εξ αυτών αβαπτίστως βαπτιζομένους ως αβαπτίστους αποδεχόμεθα, προσερχομένους τη ορθοδόξω πίστει, κι ακινδύνως αυτούς βαπτίζομεν, κατά τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, οις αραρότως επιστηρίζεται η αγία του Χριστού και αποστολική και καθολική Εκκλησία, η κοινή μήτηρ πάντων ημών. Και επί ταύτη τη κοινή ημών διαγνώσει και αποφάνσει σφραγίζομεν τον Όρον ημών τούτο, ταις αποστολικαίς και συνοδικαίς διαταγαίς συνάδοντα, διαβεβαιούντες αυτόν δι’ ημετέρων υπογραφών.    Εν έτει σωτηρίω αψνε’.
† Κύριλλος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και οικουμενικός πατριάρχης.  † Ματθαίος ελέω Θεού πάπας και πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας και κριτής της Οικουμένης. † Παρθένιος ελέω Θεού πατριάρχης της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης.
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ  ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  ΤΟΥ  1829
Επιτομή –   Περί  του θείου  βαπτίσματος και του τύπου των τριών καταδύσεων.
 «… Διαβεβαιούμεν διά τούδε του Πατριαρχικού και Συνοδικού Γράμματος και αποφαινόμεθα, ίνα το θείον και ιερόν βάπτισμα, ώσπερ απανταχού των Ορθοδόξων… …Ανάγκη γάρ γίνεσθαι εντελείς μέχρι υπέρ κεφαλήν τας τρείς καταδύσεις του βαπτιζομένου…»  Και ούτω το βάπτισμα τετελεσμένον εστίν ευαγγελικώς τε και κανονικώς και κατά την έν Ευαγγελίοις του Κυρίου ημών εντολήν τοις ιεροίς αυτού μαθηταίς εντειλαμένου: Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη Βαπτίζοντες αυτούς είς το όνομα του Πατρός και  του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Βαπτίζοντας αυτούς είπεν ο Κύριος ουχί επριραντίζοντες η επιχέοντες.                         
 Η γάρ κυρίως σημασία καιν έννοια του ρήματος Βαπτίζω ουδέν άλλον σημαίνουσα εστίν, ειμή εμβάλλειν τοίς ύδασι το βαπτιζόμενον και κοινότερον ειπείν, βουτών αυτό καλύπτειν ολόκληρον εν τοις ύδασι…  Το δε μέχρι της οσφύος ( μέσης ) εμβυθίζειν και τη δεξιά χειρί  επιρραντίζειν επί την κεφαλήν του νηπίου τρίς ύδωρ, πρώτον επιβοών το Είς το όνομα του Πατρός, τρίς δεύτερον και τρίς τρίτον και όσα άλλα παρά την κανονικήν ταύτην έκθεσιν της του ιερού τούτου μυστηρίου τελετής είς πράξιν τυχόν χωρούσι σκολιά και κακόδοξα και ουδόλως εξ΄αρχαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως βεβαιωμένα, απαράδεκτα διόλου εστί τη Ανατολική ημών Εκκλησία, ως αντιβαίνοντα τοίς αποστολικοίς και συνοδικοίς κανόσι και αυτή τη θεία του Κυρίου ημών εντολή απάδοντα, ως ανωτέρω διείληπται και ο επιχειρών δε τη πράξει των τοιούτων σκολιών και τη Εκκλησία απαραδέκτων και μη διορθούμενος, ένοχος εστί τοίς παρά των ιερών Αποστόλων εν τη παραβάσει τούτων ωρισμένοις επιτιμίοις και αποδοκιμαστέος. Όθεν είς ένδειξιν απελύθη και το παρόν ημέτερον  Πατριαρχικόν και Συνοδικόν Γράμμα. αωκθ’ 1829  κατά μήναν Σεπτέμβριον  επινεμήσεως Γ’
† Αγαθάγγελος ελέω θεού Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης αποφαίνεται.† Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Αθανάσιος αποφαίνεται. † Ο Χαλκηδόνος Ζαχαρίας αποφαίνεται † Ο Δέρκων Νικηφόρος αποφαίνεται.
 Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ’ οικονόμων  
Ο παγκοίνως γνωστός θεολόγος Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο εξ’ οικονόμων (19ος αιώνας) λέγει πώς η επίχυση δεν είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί βάπτισμα, πολύ περισσότερο ο ραντισμός. Είναι νεωτερισμός ακανόνιστος, ο δε  2ος  άγραφος.
 Άρα το ράντισμα έρημον εστί των καταδύσεων και αναδύσεων και ακολούθως έρημον εστί και του τύπου του τριημερονυκτίου  θανάτου και της ταφής και αναστάσεως του Χριστού  και έρημον πάσης χάριτος, αγιασμού και αφέσεως των αμαρτιών.  Ο Χριστός νομοθέτησε  γέννεσιν εξ’ ύδατος και πνεύματος. Γεννά δε, όχι η ραντίζουσα, αλλά η εγκυμονούσα και γεννάται ωσαύτως ου το ραντιζόμενον, αλλά το κυοφορούμενον  έμβρυον.
Ο άγιος  Νικοδημος γράφει για  το "βαπτισμα" χωρίς καταδύσεις:
α) Ερημον πάσης χάριτός ἐστι καὶ ἁγιασμοῦ καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν.
β) Οἱ Λατῖνοι εἶναι ἀβάπτιστοι, διατὶ δὲν φυλάττουσι τὰς τρεῖς καταδύσεις εἰς τὸν βαπτιζόμενον
«Tὸ βάπτισμα αὐτῶν ψεύδεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Kαὶ οὐχ ὅλως ἐστὶ βάπτισμα, ἀλλὰ ράντισμα μόνον ψιλόν… Tὸ λατινικὸν ράντισμα, τῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων ὂν ἔρημον, ἀκολούθως ἔρημον καὶ τοῦ τύπου τοῦ τριημερονυκτίου θανάτου καὶ τῆς ταφῆς καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου ὑπάρχει. Ἐκ δὲ τούτων, δῆλόν ἐστι καὶ ὁμολογούμενον, ὅτι καὶ ἔρημον πάσης χάριτός ἐστι καὶ ἁγιασμοῦ καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν. Eἰ δὲ οἱ Λατῖνοι ἀνθίστανται, ὅτι τὸ ἑαυτῶν ράντισμα διὰ τῶν ἐπικλήσεων τῆς ἁγίας Tριάδος παρεκτικόν ἐστιν ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος, ἂς μάθωσιν, ὅτι δὲν τελειοῦται τὸ βάπτισμα διὰ μόνον τῶν τῆς Tριάδος ἐπικλήσεων, ἀλλὰ δεῖται ἀναγκαίως καὶ τοῦ τύπου τοῦ θανάτου καὶ τῆς ταφῆς καὶ ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου. Ἐπειδὴ οὔτε μόνη ἡ εἰς τὴν Tριάδα πίστις σῴζει τὸν βαπτιζόμενον, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ ἀναγκαία ὑπάρχει καὶ ἡ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Mεσσίου πίστις καὶ οὕτω δι᾽ ἀμφοτέρων ἐντὸς τῆς σωτηρίας καὶ μακαριότητος γίνεται οὗτος».
 Σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο ὁ ἱερὸς Πατὴρ τονίζει:
«Ἓν τοῦτο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον, τόσο εἶναι ἰσχυρὸν καὶ ἀναντίρρητον, ὅσον εἶναι ἰσχυροὶ καὶ ἀναντίρρητοι οἱ Kανόνες τοῦ μεγάλου Bασιλείου καὶ τοῦ ἱερομάρτυρος Kυπριανοῦ, ὡσὰν ὁποῦ ἔλαβον, καὶ ἔχουν μάλιστα τὸ κῦρος ἀπὸ τὴν ἁγίαν καὶ Oἰκουμενικὴν στ΄ σύνοδον (β΄ καν.) οἱ Λατῖνοι εἶναι ἀβάπτιστοι, διατὶ δὲν φυλάττουσι τὰς τρεῖς καταδύσεις εἰς τὸν βαπτιζόμενον, καθὼς ἄνωθεν ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων παρέλαβεν… Λοιπὸν ἀβάπτιστοι οἱ Λατῖνοι, διατὶ δὲν κάνουσι τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν παράδοσιν. Περὶ τούτων τῶν τριῶν καταδύσεων πόσον εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἀπαραίτητοι εἰς τελείωσιν τοῦ βαπτίσματος, δὲν λέγομεν. Ὅποιος ἀγαπᾷ, ἂς ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην ἂς ἀναγνώσῃ τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ πολυμαθεστάτου καὶ σοφωτάτου Eὐστρατίου τοῦ Ἀργέντου».

Κατά τόν Άγιο Νικόδημο, δέν πρόκειται περί απλού συμβολισμού, αλλά περί πραγματικότητος, διότι «αυτός έν ταυτώ ενεργεί τόν του Κυρίου θάνατον, ό άνθρωπος. Τουτέστιν αυτός ό βαπτιζόμενος αποθνήσκει καί συνθάπτεται τώ Χριστώ τώ ύδατι του Βαπτίσματος» (πρβλ. Ρωμ. 6,9).
Χωρίς τίς καταδύσεις είναι «αδύνατον να γέννηται εις ημάς τό ομοίωμα του θανάτου του Χριστού καί τής τριημέρου ταφής».
Το Όρθόδοξον Βάπτισμα είναι, όμως, συνάμα τύπος καί τής «εις Άδου καταβάσεως τής ψυχής» του Κυρίου.
"Ετσι «διά μέν του τύπου του τής ταφής του Χριστού» θεουργείται τό σώμα τού βαπτιζομένου, «διά δέ τού τύπου τής εις Άδου καταβάσεως» θεούται ή ψυχή του.
"Ετσι συνοψίζει τήν σχετική Πατερική διδασκαλία ό Άγιος Νικόδημος: Γνωρίζω ότι ή 'Εκκλησία «έχει δύο κυβερνήσεις καί διορθώσεις», τήν ακρίβεια καί τήν οικονομία.
'Ενώ «οί Απόστολοι» καί οί αρχαιότερες Συνόδοι και Πατέρες εφάρμοσαν την ακρίβεια.
Ή οικονομία, καθώς είναι καρπός ποιμαντικής καί θεραπευτικής διακονίας τής Εκκλησίας, εφαρμόστηκε γιά λόγους καιρικούς - ιστορικούς. Ή οικονομία όμως δέν αποτελεί κανόνα γιά τήν Όρθοδοξία καί τήν απορρέουσα σωτηρία μας.

«Βάπτισμα» δέν νοείται ή οποιαδήποτε είσοδος στην Εκκλησία, ράντισμα ή έπίχυση, αλλά κατά τόν συγκεκριμένο αποστολικό τρόπο (διά τών τριών καταδύσεων) ένταξη σ' αυτήν.
«Οικονομητέον γάρ ένθα μή παρανομητέον» είπε άποφθεγματικά ό "Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
«Έπί τήν Αγίαν τού θείου Βαπτίσματος έχειραγωγείσθε κολυμβήθραν... καί ώμολογήσατε τήν σωτήριον όμολογίαν, καί κατεδύετε τρίτον εις τό ύδωρ» (Άγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων).
«Τίνος ένεκεν δί ύδατος ή κάθαρσις; καί προς ποίαν χρείαν αί τρεις καταδύσεις παραλαμβάνονται;... καί τρίτον τούτο ποιήσαντες, τήν τριήμερον έαυτοίς τής Αναστάσεως χάριν έξεικονίζομεν» ('Αγ. Γρηγορίου Νύσσης).
«Τόν ουν ίερώς βαπτιζόμενον ή συμβολική διδασκαλία μυσταγωγεί ταίς έν τώ ύδατι ΤΡΙΣΙ ΚΑΤΑΔΥΣΕΣΙ τόν Θεαρχικόν τής τριημερονύκτου ταφής Ιησού τού Ζωοδότου ΜΙΜΕΙΣΘΑΙ ΘΑΝΑΤΟΝ». ('Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου).
Ή οικονομία πού εφαρμόστηκε άπό τήν Β' Οικουμενική Σύνοδο, γιά κανένα λόγο δέν αίρει τήν ακρίβεια τής Εκκλησίας.
Κατά τόν Άγιο Νικόδημο «ή οικονομία, όπου προς καιρόν έμεταχειρίσθησαν  τινές Πατέρες ούτε νόμος, ούτε παράδειγμα δύναται  νά νομισθή».
Κων/νος Οικονόμος ό έξ Οικονόμων: Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δέν «ήκύρωσαν τους έπ' ακριβεία νομοθετηθέντας (κανόνας), εί τίνες βούλοιντο τούτοις άκολουθείν προς τελείαν ήσυχίαν τής συνειδήσεως αυτών καί κατά τό παρ αυτής κεκρατηκός αρχαίον έθος».
Ή απόρριψη τού μονοκαταδύτου Βαπτίσματος των ευνομιανών, που κατατάσσονταν μεταξύ τών εντελώς άβαπτίστων, δείχνει τήν καταδίκη άπό τή Σύνοδο, καί συνεπώς άπό τήν Καθολική Εκκλησία, κάθε αλλοιώσεως στην μορφή του Μυστηρίου τού Βαπτίσματος, ή οποία αρκεί γιά νά καταστεί εντελώς αδύνατη η εφαρμογή της οικονομίας.
Στην περίπτωση αυτή κατά τόν Οικονόμο:
«Ό κίνδυνος περί τών όλων ού γάρ έγεννήθησαν έξ ύδατος καί Πνεύματος, ουδέ συνετάφησαν τώ Χριστώ διά τού Βαπτίσματος εις τόν θάνατον».
Είναι δηλαδή άβάπτιστοι καί συνεπώς άμοιροι τής έν Χριστώ αναγεννήσεως.
Ούτε ή «έπίχυση» είναι ποτέ δυνατόν νά θεωρηθεί Βάπτισμα, όπως δυστυχώς γίνεται, κατά κανόνα, ούτε ο ραντισμός.
Στό επιχείρημα ότι ή έπίχυση ή τό ράντισμα «διά τών επικλήσεων τής 'Αγίας Τριάδος περιεκτικόν εστί αγιασμού καί Χάριτος» απαντά ό Άγιος Νικόδημος, ότι, «δέν τελειούται τό Βάπτισμα διά μόνων τών τής ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ επικλήσεων, αλλά δείται άναγκαίως καί τού τύπου τού θανάτου καί τής ταφής καί τής Αναστάσεως του Κυρίου».
Ή πίστη στην 'Αγία Τριάδα καί όταν είναι ορθή, πρέπει νά συμπληρώνεται ύπό τής «είς θάνατον του Μεσσία Πίστεως».
Ό Ν' κανών τών 'Αγίων Αποστόλων λέγει: «Τρία βαπτίσματα μιας μυήσεως έπιτελείν»· τρείς δηλαδή καταδύσεις έν ενί Βαπτίσματι, καί έν εκάστη τών καταδύσεων έν όνομα τής 'Αγίας έπιτελείσθαι Τριάδος.
Ό Ν' κανών τών 'Αγίων Αποστόλων περί τής τριττής καταδύσεως τών βαπτιζομένων ρητώς αποφαίνεται λέγων: «Εί τις Επίσκοπος ή πρεσβύτερος μή τρία βαπτίσματα επιτελέσει  αλλ' έν Βάπτισμα τό είς τόν θάνατον τού Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω».
Ό Τερτυλλιανός στό σύγγραμμα του «Adversus Praxeam» λέγει τά εξής περί τού Αγίου Βαπτίσματος: «Ού άπαξ αλλά τρίς καταδυόμεθα βαπτιζόμενοι έν έκάστω ονόματι είς τά ίδια πρόσωπα».
Ό "Αγιος Ίουστίνος ό φιλόσοφος καί μάρτυς στην «Απολογία» του, ονομάζει τό Βάπτισμα λουτρόν λέγοντας: «Επ' όνόματι τού Πατρός τών όλων καί Δεσπότου Θεού, καί τού Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, καί Πνεύματος Αγίου, τό έν τώ ύδατι τότε λουτρόν ποιούντες».
Ό Κων/νος Οίκονόμος: «Καί απλώς ή έπίχυσις ούκ έχει ούδαμή ουδαμώς τό ομοίωμα τού θανάτου τού Χριστού, ουδέ σύμφυτος αυτώ γίνεται ο επιχεόμενος».
Ό Μέγας Αθανάσιος: «...ώστε καί τόν ροντιζόμενον παρ αυτών ρυπαίνεσθαι μάλλον έν ασέβεια ή λυτρούσθαι».
"Εωλο θεωρούν επίσης, οί Πατέρες τής Έκκλησίας καί τό επιχείρημα, ότι τό ΧΡΙΣΜΑ θεραπεύει τήν περί τήν πράξη «ατέλεια» τού Βαπτίσματος.
Ό μή κανονικώς βαπτισθείς, άρα, καί άναγεννηθείς δέν είναι δυνατόν νά γίνει «μέτοχος Χριστού έν μόνω τώ Χρίσματι», καθ' όσον ή αναγέννηση τού άνθρωπου δέν συντελείται διά τού Χρίσματος, άλλα διά τού Βαπτίσματος, τό όποιον ακριβώς «σύμφυτον ποιεί (αυτόν) τού ομοιώματος καί τού θανάτου τού Χριστού» (Ρωμ. 6, 5).
Γρηγόριος Nύσσης: τὸ βάπτισμα, ποὺ τελεῖται μὲ τριττὴ κατάδυση, χαρακτηρίζεται «μίμησις τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου».
Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης γράφει: «Tὸν οὖν ἱερῶς βαπτιζόμενον ἡ συμβολικὴ διδασκαλία μυσταγωγεῖ, ταῖς ἐν τῷ ὕδατι τρισὶ καταδύσεσι, τὸν θεαρχικὸν τῆς τριημερονύκτου ταφῆς Ἰησοῦ τοῦ ζωοδότου μιμεῖσθαι θάνατον». Kαὶ ἀλλοῦ:                               «Oἰκείως ἡ δι᾽ ὕδατος ὁλικὴ κάλυψις εἰς τὴν τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τῆς ταφῆς ἀειδοῦς εἰκόνα παρείληπται». Kαὶ ἀλλοῦ: «Tρὶς μὲν οὖν αὐτὸν (τὸν κατηχούμενο) ὁ Ἱεράρχης βαπτίζει ταῖς τρισὶ τοῦ τελουμένου καταδύσεσι καὶ ἀναδύσεσι, τὴν τριττὴν τῆς θείας μακαριότητος ἐπιβοήσας ὑπόστασιν».
Ὁ ἅγιος Kύριλλος Ἱεροσολύμων στοὺς Kατηχητικοὺς Λόγους του γράφει: «Kαθάπερ ὁ Σωτὴρ ἡμῶν τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς γῆς ἐποίησεν, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ πρώτῃ ἀναδύσει, τὴν πρώτην ἐμιμεῖσθε τοῦ Xριστοῦ ἐν τῇ γῇ ἡμέραν, ἐν δὲ τῇ καταδύσει, τὴν νύκτα. Kαὶ πάλιν, ὥσπερ ὁ Ἰησοῦς τὰς οἰκουμενικὰς ἁμαρτίας ἀναλαβὼν ἀπέθανεν, ἵνα θανατώσας τὴν ἁμαρτίαν ἀνα στήσῃ σε ἐν δικαιοσύνῃ, οὕτω καὶ σὺ καταβὰς εἰς τὸ ὕδωρ, καὶ τρόπον τινὰ συνταφεὶς ὥσπερ ἐκεῖνος ἐν τῇ πέτρᾳ, ἐγείρεσαι ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῶν. Kαὶ αὖθις ἐπὶ τὴν ἁγίαν τοῦ θείου βαπτίσματος ἐχειραγωγεῖσθε κολυμβήθραν, ὡς ὁ Xριστὸς ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τὸ προκείμενον μνῆμα. Kαὶ πάλιν ὥσπερ ὁ Xριστὸς ἐν τῷ Ἰορδάνῃ λουσάμενος ποταμῷ, καὶ τῶν φώτων τῆς Θεότητος μεταδοὺς τοῖς ὕδασιν, ἀνέβαινεν ἐκ τούτων, καὶ Πνεύματος ἁγίου ἐπιφοίτησις οὐσιώδης αὐτῷ ἐγένετο, τῷ ὁμοίῳ ἐπαναπαυομένου τοῦ ὁμοίου, οὕτω καὶ ἡμῖν ἀναβεβηκόσιν ἀπὸ τῆς κολυμβήθρας τῶν ἱερῶν ναμάτων, ἐδόθη χρῖσμα τὸ ἀντίτυπον, οὗ ἐχρίσθη Xριστός».
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος, ἑρμηνεύοντας τὸ Ἀποστολικὸ «σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ», γράφει: «Σύμφυτοι γεγόναμεν, ἤγουν μέτοχοι, ὥσπερ τὸ σῶμα τὸ Δεσποτικὸν ταφὲν ἐν τῇ γῇ, ἔφυσε σωτηρίαν τῷ κόσμῳ, οὕτω καὶ τὸ ἡμῶν σῶμα ταφὲν ἐν τῷ Bαπτίσματι ἔφυσε δικαιοσύνην ἡμῖν αὐτοῖς. Tὸ δὲ ὁμοίωμα οὕτως ἔχει. Ὥσπερ ὁ Xριστὸς ἀπέθανε, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀνέστη, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ βαπτίσματι θνῄσκοντες ἀνιστάμεθα. Tὸ γὰρ καταδῦσαι τὸ παιδίον ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ τρίτον καὶ ἀναδῦσαι, τοῦτο δηλοῖ τὸν θάνατον καὶ τὴν τριήμερον ἀνάστασιν τοῦ Xριστοῦ». Tὰ αὐτὰ διδάσκει καὶ ὁ ἱερὸς Xρυσόστομος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ ἄλλοι Πατέρες τῶν ὀκτὼ πρώτων αἰώνων, ἀλλὰ καὶ μεταγενέστεροι Πατέρες.
Ὁ Πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως Ἰερεμίας B΄ (1573-81), ἀπαντώντας στοὺς Λουθηρανοὺς θεολόγους τῆς Tυβίγγης, γράφει γιὰ τὸν τύπο τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος: «Tῆς Tριάδος ἐπαδομένης, τρισὶ καταδύσεσιν, ἀλλὰ μὴ ἐπιχύσει τρισσῇ χρώμενοι. Ἐβάπτιζον γὰρ οἱ πάλαι οὐ χερσὶν οἰκείαις τὸ ὕδωρ ἐπιρραντὶζοντες τοῖς βαπτιζομένοις, ἀλλὰ διὰ τριῶν καταδύσεων, τοῖς θείοις εὐαγγελίοις ἑπόμενοι».
Ὁ Mητροφάνης Kριτόπουλος στὴν ὁμολογία του τονίζει καὶ αὐτὸς τὴν ἀνάγκη τῶν τριῶν καταδύσεων ὡς ἑξῆς: «Tοὺς βαπτιζομένους καταδύεσθαι χρὴ τρὶς ἐν τῷ ὕδατι, ἐπεὶ καὶ ὁ Σωτὴρ κατέδυ εἰς τὸ ὕδωρ ὑπὲρ ἡμῶν… Ἔτι τὸ βάπτισμά ἐστιν εἰκὼν καὶ ὁμοίωμα τοῦ Σωτῆρος θανάτου… Ὁμοιωθησόμεθα δὲ τῷ θανάτῳ ἐκείνου πῶς ἄλλως, εἰ μὴ κρυβῶμεν τρὶς ἐν τῷ ὕδατι, ὥσπερ ἐκεῖνος τριήμερος ἐν τῇ γῇ; “Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος“, τουτέστι κρυβέντες ἐν τῷ ὕδατι συνετάφημεν τῷ Kυρίῳ».
Ὁ ἅγ. Nικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁμιλώντας γιὰ τὸ βάπτισμα τῶν Λατίνων, γράφει:                     
 «Tὸ βάπτισμα αὐτῶν ψεύδεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Kαὶ οὐχ ὅλως ἐστὶ βάπτισμα, ἀλλὰ ράντισμα μόνον ψιλόν… Tὸ λατινικὸν ράντισμα, τῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων ὂν ἔρημον, ἀκολούθως ἔρημον καὶ τοῦ τύπου τοῦ τριημερονυκτίου θανάτου καὶ τῆς ταφῆς καὶ Ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου ὑπάρχει. Ἐκ δὲ τούτων, δῆλόν ἐστι καὶ ὁμολογούμενον, ὅτι καὶ ἔρημον πάσης χάριτός ἐστι καὶ ἁγιασμοῦ καὶ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν. Eἰ δὲ οἱ Λατῖνοι ἀνθίστανται, ὅτι τὸ ἑαυτῶν ράντισμα διὰ τῶν ἐπικλήσεων τῆς ἁγίας Tριάδος παρεκτικόν ἐστιν ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος, ἂς μάθωσιν, ὅτι δὲν τελειοῦται τὸ βάπτισμα διὰ μόνον τῶν τῆς Tριάδος ἐπικλήσεων, ἀλλὰ δεῖται ἀναγκαίως καὶ τοῦ τύπου τοῦ θανάτου καὶ τῆς ταφῆς καὶ ἀναστάσεως τοῦ Kυρίου. Ἐπειδὴ οὔτε μόνη ἡ εἰς τὴν Tριάδα πίστις σῴζει τὸν βαπτιζόμενον, ἀλλὰ σὺν αὐτῇ ἀναγκαία ὑπάρχει καὶ ἡ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Mεσσίου πίστις καὶ οὕτω δι᾽ ἀμφοτέρων ἐντὸς τῆς σωτηρίας καὶ μακαριότητος γίνεται οὗτος».                                                                        
  Σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο ὁ ἱερὸς Πατὴρ τονίζει:
«Ἓν τοῦτο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον, τόσο εἶναι ἰσχυρὸν καὶ ἀναντίρρητον, ὅσον εἶναι ἰσχυροὶ καὶ ἀναντίρρητοι οἱ Kανόνες τοῦ μεγάλου Bασιλείου καὶ τοῦ ἱερομάρτυρος Kυπριανοῦ, ὡσὰν ὁποῦ ἔλαβον, καὶ ἔχουν μάλιστα τὸ κῦρος ἀπὸ τὴν ἁγίαν καὶ Oἰκουμενικὴν στ΄ σύνοδον (β΄ καν.) οἱ Λατῖνοι εἶναι ἀβάπτιστοι, διατὶ δὲν φυλάττουσι τὰς τρεῖς καταδύσεις εἰς τὸν βαπτιζόμενον, καθὼς ἄνωθεν ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρὰ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων παρέλαβεν… Λοιπὸν ἀβάπτιστοι οἱ Λατῖνοι, διατὶ δὲν κάνουσι τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κατὰ τὴν Ἀποστολικὴν παράδοσιν. Περὶ τούτων τῶν τριῶν καταδύσεων πόσον εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ ἀπαραίτητοι εἰς τελείωσιν τοῦ βαπτίσματος, δὲν λέγομεν. Ὅποιος ἀγαπᾷ, ἂς ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν ἀνάγκην ἂς ἀναγνώσῃ τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ πολυμαθεστάτου καὶ σοφωτάτου Eὐστρατίου τοῦ Ἀργέντου».
Tέλος, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ὑπὲρ τῶν τριῶν καταδύσεων ὁμιλοῦν καὶ οἱ Kανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ N΄ Kανόνας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων ἀπαιτεῖ ρητῶς «τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως», δηλαδὴ τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, ἐνῷ ὁ Z΄ Kανόνας τῆς B΄ Oἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφερό μενος στὸ βάπτισμα τῶν Eὐνομιανῶν (ἄκρων Ἀρειανῶν), ὁρίζει:
«Eὐνομιανοὺς τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους… θέλοντας προστίθεσθαι τῇ Ὀρθοδοξίᾳ, ὡς  ἕλληνας δεχόμεθα».                                                                                                                            Ὁ ἀείμνηστος καὶ σοφὸς καθηγητὴς Xρ. Ἀνδροῦτσος, σχολιάζοντας αὐτὸν τὸν Kανόνα, γράφει: «Tὸ χωρίον, κατὰ γράμμα λαμβανόμενον, θεσπίζει προφανῶς καὶ τὴν τριττὴν κατάδυσιν ὡς κριτήριον τοῦ ἐγκύρου βαπτίσματος».                                                                   

 Ερμηνεία  Χρυσοστόμου:  Θεία σύμβολα επιτελούνται κατά το βάπτισμα, ταφή και θάνατος, ανάστασις και ζωή και αυτά γίνονται όλα συγχρόνως. Και γίνεται αυτό όπως ακριβώς εις κάποιαν ταφήν.  Όταν βυθίζωμεν την κεφαλήν εις το ύδωρ, θάπτεται ο παλαιός εαυτός μας και όταν βυθισθή κάτω, εξαφανίζεται ολόκληρος, έπειτα, όταν αναδυώμεθα, εξέρχεται εις την επιφάνειαν ο νέος. Διότι, όπως ακριβώς είναι εύκολον να βυθισθώμεν και ν’αναδυθώμεν, έτσι είναι εύκολον εις τον Θεόν να ενταφιάση τον παλαιόν άνθρωπον και ν’αναδείξη τον νέον.   Δεν θέλω λοιπόν να πλάσω πλέον από χώμα και ύδωρ, αλλά από ύδωρ και Πνεύμα. Εάν κανείς ερωτήσει:    Πως από ύδωρ; θα τον ερωτήσω και εγώ: Πως από χώμα;
Οικονομία
Η Εκκλησία είναι εν πλήρει εννοία, ο οικονόμος και ο απόλυτος διαχειριστής των Μυστηρίων.
Η Εκκλησία παρά την οικονομία καθιστά έγκυρα (εάν το θεωρεί Δέον)  τα Μυστήρια των μη ορθοδόξων, για ποιμαντικούς λόγους και  Εκκλησιαστικής οικονομίας.
Αυτή η οικονομία εφαρμόζεται σε αιρετικούς και σχισματικούς, οι οποίοι ωστόσο διασώζουν την Τριαδικότητα του θεού και τηρούν τον ορθόδοξο κανονικό τύπο του Μυστηρίου του βαπτίσματος, διά των τριών καταδύσεων.                                     
 Η εφαρμογή της οικονομίας με κανέναν τρόπο δεν συνεπάγεται την αναγνώριση της εγκυρότητας των Μυστηρίων των μη ορθοδόξων.
Διότι η αίρεση και το σχίσμα επέφεραν την αποσύνδεση από την Μία Αγία Εκκλησία και συνεπώς την απώλεια  της Αποστολικής  διαδοχής  και της  κανονικής  Ιεροσύνης.
Η Εκκλησία πάντοτε καθοδηγούμενη από ποιμαντική φροντίδα εφαρμόζει την οικονομία σε ιδιαίτερες περιπτώσεις και αυτό μόνον όταν βοηθά την συμφιλίωση με τους αιρετικούς  χωρίς να συσκοτίζει την αλήθεια  της πίστεως.
Η οικονομία δεν μπορεί ν’ αντιστρατευθεί τον κανόνα και την ακρίβεια.
Η οικονομία είναι υπερβατική διότι προσπερνά την ακρίβεια, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν είναι Ανατρεπτική.
Συνεπώς η Εκκλησία εφαρμόζει την οικονομία και την ακρίβεια παράλληλα, χωρίς αυτό να σημαίνει κάποια αλλαγή στην Μυστηριακή  θεολογία.

 
Προτύπωση  Βαπτίσματος

Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές. Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος – κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας; Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον.

Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει; Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη.τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς.
Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα κλπ. Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο.

Πρῶτα λοιπόνθεράπευσε μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό, θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος θεραπεύοντας  τούς μολυσμούς

Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες.

  ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οι εκκλησίες-μέλη του Π. Σ. Ε. αναγνωρίζουν το Βάπτισμα ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητός τους ως εκκλησιών και μάλιστα το θεωρούν κριτήριο για την εισδοχή μιας χριστιανικής κοινότητος στο Π. Σ. Ε. με την ιδιότητα του μέλους. Εν τούτοις ωρισμένες περί Βαπτίσματος αντιλήψεις φανερώνουν ότι το θεμελιώδες αυτό χριστιανικό Μυστήριο κατανοείται στους κόλπους του Π. Σ. Ε. μέσα από το πρίσμα της προτεσταντικής εκκλησιολογίας και βαπτισματικής πράξεως:
«Όλοι όσοι έχουν βαπτισθή εν Χριστώ είναι ενωμένοι με τον Χριστό στο Σώμα Του: “συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτως και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν” (Ρωμ. 6, 4). Στο Βάπτισμα το Πνεύμα προσφέρει στα μέλη της Εκκλησίας την αγιότητα του Χριστού. Το Βάπτισμα που ενώνει με τον Χριστό καλεί τις εκκλησίες να είναι ανοικτές και τίμιες μεταξύ τους, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο: “αληθεύοντες δε εν αγάπη αυξήσωμεν εις αυτόν τα πάντα, ος εστιν η κεφαλή, Χριστός” (Εφ. 4, 15). 
Το Βάπτισμα προσφέρει στις εκκλησίες την ελευθερία και εν ταυτώ την ευθύνη να προχωρήσουν προς μία κοινή μαρτυρία του Λόγου, ομολογία της μιας Πίστεως, λειτουργία της μιας Ευχαριστίας και πλήρη μετοχή στην μία ιερατική διακονία. Υπάρχουν κάποιοι που δεν αναγνωρίζουν τον τύπο του Βαπτίσματος στο ύδωρ, αλλά μετέχουν της πνευματικής εμπειρίας της εν Χριστώ ζωής.
Το ότι όλοι μας ανήκουμε στον Χριστό δια του Βαπτίσματος εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθιστά ικανές και καλεί τις εκκλησίες να συμπορεύωνται, έστω και αν ευρίσκωνται σε ασυμφωνία. Βεβαιώνουμε ότι υπάρχει ένα Βάπτισμα, όπως ακριβώς υπάρχει ένα σώμα και ένα Πνεύμα, μία ελπίδα της κλήσεώς μας, ένας Κύριος, μία πίστις, ένας Θεός και Πατήρ όλων μας (πρβλ. Εφ. 4, 4-6). Εν τη Χάριτι του Θεού το Βάπτισμα φανερώνει την πραγματικότητα ότι ανήκουμε εις αλλήλους, παρότι μερικές εκκλησίες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τους άλλους ως Εκκλησία με την πλήρη σημασία του όρου. Ξαναθυμίζουμε την διακήρυξι του Τορόντο, στην οποία οι εκκλησίες-μέλη βεβαιώνουν ότι “το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι κάτι πιο περιεκτικό από το να είναι μέλος της ίδιας της εκκλησιαστικής του ομάδος”. Αναζητούν λοιπόν να έλθουν σε ζωντανή επικοινωνία με εκείνους που έξω από τις δικές τους τάξεις ομολογούν τον Ιησού ως Κύριο»
Είναι από τα ανωτέρω προφανές ότι οι εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε. αλληλοαναγνωρίζουν το ποικιλοτρόπως γινόμενο Βάπτισμά τους, γεγονός που προσκρούει στην θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το Βάπτισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ένα και τελείται μόνο από αυτήν με τον συγκεκριμμένο τύπο της τριπλής καταδύσεως στο ύδωρ, στο όνομα και με την ορθή θεολογία των θεαρχικών Υποστάσεων, καθώς και με το θεολογικό περιεχόμενο της συνταφής και της συναναστάσεως εν Χριστώ και δια του Χριστού στην νέα ζωή της Χάριτος. Βαπτίσματα που τελούνται εκτός Εκκλησίας χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, δεν εισάγουν στο Σώμα του Χριστού. 
Η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε ανεγνώρισε το Βάπτισμα (όπως και τα λοιπά Μυστήρια) των ετεροδόξων, ενόσω αυτοί δεν επέστρεφαν στην κοινωνία της αποκηρύσσοντας την ετεροδοξία τους. Οσάκις όμως επέστρεφαν στην κοινωνία της ως της μόνης Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, αποβάλλοντες δια λιβέλλου την ετεροδοξία τους και ομολογούντες την Ορθόδοξο Πίστι, η Ορθόδοξος Εκκλησία τους εισήγε στην πλήρη μυστηριακή κοινωνία της άλλοτε εξ υπαρχής δια Βαπτίσεως και άλλοτε δια Χρίσματος (7ος της Β΄ Οικουμενικής και 95ος της Πενθέκτης).
Οι υποχρεώσεις για τις εκκλησίες-μέλη του Π.Σ.Ε., που πηγάζουν από την αλληλοαναγνώρισι των προτεσταντικών Βαπτισμάτων, δηλαδή το «να προχωρήσουν προς μία κοινή μαρτυρία για τον Λόγο, προς ομολογία της μιας Πίστεως, λειτουργία της μιας Ευχαριστίας και πλήρη μετοχή στην μία ιερατική διακονία», δεν είναι αποδεκτές από Ορθοδόξου πλευράς. Δεν είναι σε θέσι οι εκκλησίες αυτές να δώσουν μαρτυρία της μιας Πίστεως της Εκκλησίας και να τελέσουν την μία Ευχαριστία, αν δεν προχωρήσουν πρώτα σε πλήρη δογματική και μυστηριακή ενότητα με την Ορθόδοξο Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Οι Ορθόδοξοι δεν δεχόμεθα ότι «ανήκουμε εις αλλήλους» με όσους τελούν απλώς ένα “χριστιανικό” Βάπτισμα. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για εκείνους που «δεν αναγνωρίζουν τον τύπο του Βαπτίσματος στο ύδωρ, αλλά μετέχουν της πνευματικής εμπειρίας της εν Χριστώ ζωής», δηλαδή για τις νεο-χαρισματικές προτεσταντικές ομάδες που μετέχουν στο Π.Σ.Ε. (π. χ. Πεντηκοστιανοί).
Η Βαπτισματική θεολογία που υποστηρίχθηκε με το κείμενο Β.Ε.Μ. (Βάπτισμα, Ευχαριστία. Ιερωσύνη) στην Λίμα το 1982, δυστυχώς έχει επηρεάσει πολυτρόπως τους Ορθοδόξους θεολόγους. Ένα διορθόδοξο Συμπόσιο στην Βοστώνη θεωρεί «το Β.Ε.Μ. ως αξιόλογο οικουμενικό κείμενο δογματικής σύγκλισης. Πρέπει, επομένως, να συστηθεί ιδιαιτέρως για τη σοβαρή προσπάθειά του να φέρει στο φως και να εκφράσει σήμερα “την πίστη της εκκλησίας δια μέσου των αιώνων”»
Σε αυτό επίσης παραπέμπουν μεταξύ άλλων καταστατικών αρχών οι συντάκται της «Τελικής Εκθέσεως της Ειδικής Επιτροπής» (παράγρ. 19). Σύμφωνα με σχόλιο Ορθοδόξου θεολόγου στις αποφάσεις της Θ΄ Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε.  σημαντική είναι η «σύνδεση της επιδιωκόμενης συγκλίσεως των εκκλησιολογιών των Εκκλησιών-μελών με το μυστήριο του Βαπτίσματος».  
Όμως η εκκλησιολογική σύγκλισις (δηλαδή με άλλα λόγια η αλληλοαναγνώρισις ως εκκλησιών) τόσο ετερόκλητων δογματικώς χριστιανικών εκκλησιών και παραφυάδων βάσει του γεγονότος ότι όλες τελούν ένα τυχόν είδος Βαπτίσματος, δεν βρίσκει έρεισμα στην Παράδοσι της Εκκλησίας και στην διδασκαλία των Πατέρων, καθώς το Βάπτισμα των ετεροδόξων δεν προϋποθέτει την Ορθόδοξο Πίστι. Ο Μέγας Βασίλειος (επιστολή 125) λέγει: «δεί γαρ ημάς βαπτίζεσθαι μεν ως παρελάβομεν, πιστεύειν δε ως βαπτιζόμεθα, δοξάζειν δε, ως πεπιστεύκαμεν, Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα, αφίστασθαι δε της κοινωνίας των κτίσμα λεγόντων ως φανερώς βλασφημούντων», και δεν αφήνει περιθώρια για εκκλησιολογική σύγκλισι με εκείνους που δεν έχουν κοινή δογματική διδασκαλία.
Είναι χαρακτηριστική η εικόνα, που δίνει το Τμήμα «Πίστις και Τάξις» με το κείμενο εργασίας «Η φύσις και ο σκοπός της Εκκλησίας» (Nature and Purpose of the Church), παράγρ. 75-77, γύρω από τις διαφορές περί το Βάπτισμα που πρέπει να γεφυρωθούν στην προοπτική της ορατής ενότητος των εκκλησιών-μελών του Π.Σ.Ε.: «Παραμένουν διαφορές μεταξύ μερικών χριστιανικών παραδόσεων σχετικά με:
§         την μυστηριακή φύση του βαπτίσματος
§         τη σχέση του βαπτίσματος με την πίστη
§         τη δράση του Αγίου Πνεύματος
§         την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας
§         το νηπιοβαπτισμό και το βάπτισμα όσων μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους
§         το βαπτισματικό τύπο
§         τον τρόπο βαπτίσματος.
Υπάρχουν κοινότητες – χριστιανοί που δεν τελούν την ακολουθία του βαπτίσματος, κι όμως μετέχουν στην πνευματική εμπειρία της ζωής εν Χριστώ [σ. σ. εννοούνται οι Πεντηκοστιανοί]».
Η Ορθόδοξος Εκκλησία όμως δεν μπορεί να αναγνωρίση το Βάπτισμα άλλων Χριστιανών που παραμένουν στις ετεροδοξίες τους· ούτε να παρακάμψη τις ανωτέρω διαφορές με τις προτεσταντικές εκκλησίες, για να δικαιολογήση μία επίπλαστη ενότητα μαζί τους. Πολύ περισσότερο αυτό αφορά τους Πεντηκοστιανούς που δεν έχουν καθόλου βαπτισθή σε νερό. 




Κανών ζ’ της εν Κωνσταντινουπόλει Β’ Οικουμενικής Συνόδου (381)
Περὶ τοῦ πῶς δεκτέον τοὺς αἱρετικούς: Τοὺς προστιθεμένους τῇ Ὀρθοδοξία καὶ τῇ μερίδι τῶν σῳζομένων, ἀπὸ αἱρετικῶν, δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν. Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς Καθαροὺς καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρασκαιδεκατίτας, εἴτουν Τετραδίτας, καὶ Ἀπολλιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν μὴ φρονοῦσαν, ὡς φρονεῖ ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ σφραγιζομένους, ἤτοι χριομένους, πρῶτον τῷ ἁγίῳ μύρῳ τό τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ῥῖνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα· καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν· Σφραγὶς δωρεὰς Πνεύματος ἁγίου, Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστάς, τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαβελλιανούς, τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα καὶ χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοῦ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῶν Γαλάτων χώρας ὁρμώμενοι), πάντας τοὺς ὑπ᾿ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ Ὀρθοδοξία, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα· καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς Χριστιανούς, τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους· εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροᾶσθαι τῶν γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν.
Ο ζ’  της Β’ δίνει κατά τους συγγραφείς μας άμεση απάντηση στο ερώτημα «πως δεκτέον τους αιρετικούς τη Ορθοδοξία προσερχομένους». Το κανονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ορθώς ο κανόνας αυτός, διαγράφεται από τους κανόνες μς’, μζ’, ν’ και ξη’ αποστολικούς, α’ της Καρχηδόνος, ζ’ και η’ της εν Λαοδικεία, η’ και ιθ’ της Α’ Οικουμενικής, α’, ε’, κ’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου, 95ος της Πενθέκτης και νζ’ και π’ της εν Καρθαγένη. Και πρέπει να συνεξετάζεται ο παρών κανόνας μαζί με τον 95ο  της Πενθέκτης, ο οποίος «δεν είναι άλλο, πάρεξ μία επανάληψις αυτού».
Συντμήσεις
Ε = Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, Επιτομή των Ιερών Κανόνων (ανέκδοτος).
Π = Πηδάλιον
Μ = Αθανασίου Παρίου
Ο = Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων  
Ερμηνεία του Κανόνος
Για να κατανοήσουμε τον τρόπο, με τον οποίο οι συγγραφείς μας θεωρούν τον εν λόγω κανόνα, πρέπει να επιμείνουμε στις προϋποθέσεις τους, καρπό του πνευματικού επιπέδου της εποχής αφ’ ενός, αλλά και της θεολογίας τους αφ’ ετέρου. Έτσι η θεολογική σκέψη των θεολόγων μας κινείται εντός του πλαισίου των ακολούθων εκκλησιολογικών και κανονικών προϋποθέσεων:
α. Το απόλυτο κέντρο γύρω από το οποίο συγκροτείται η θεολογική τους συνείδηση είναι το Εφεσ. 4, 5: «Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα», και κατά συνέπειαν Μία Εκκλησία, μέσα στην οποία και μόνον τα μυστήρια είναι έγκυρα και λυτρωτικά. Η Εκκλησία αυτή είναι η Ορθόδοξος, η Εκκλησία τους[19]. Ακολουθούν δηλ. σαφώς την εκκλησιολογία του αγ. Κυπριανού Καρχηδόνος[20], την οποία άλλωστε – κατά κανόνα – ακολούθησε όλη η Ορθόδοξος Ανατολή[21], σ’ αντίθεση με την Δύση, που ακολούθησε και εδώ τον ι. Αυγουστίνο.
β. Οι Αποστολικοί κανόνες (46, 47, 50 και 68) που ρυθμίζουν οριστικά το μυστήριο του βαπτίσματος έχουν υπεροχικό και απαρασάλευτο κύρος. Οι θεολόγοι αυτοί δέχονται όχι απλώς την εκκλησιαστικότητα, αλλά και την γνησιότητα των αποστολικών κανόνων[22], από την οποία απορρέει και το αυξημένο κύρος των μέσα στην Εκκλησία. Έτσι προτάσσονται από κάθε άλλη ομάδα κανόνων, δεδομένου ότι τόσο οι κανόνες των συνόδων (οικουμενικών και τοπικών), όσο και των αγίων Πατέρων τελούν σε συμφωνία μ’ αυτούς τους κανόνες[23], οι οποίοι έχουν θεμελιώδη σημασία για τη ζωή της Εκκλησίας. Έτσι, εν σχέσει προς το βάπτισμα, η απόφαση της υπό τον Κυπριανό συνόδου (258) στηρίχθηκε – κατ’ αυτούς – πάνω στους προαναφερθέντες αποστολικούς κανόνες. Η σύνοδος αυτή έλαβε κύρος οικουμενικό με την «επισφράγισή» της από τον β’ της Πενθέκτης[24]. Δεν είναι άρα δυνατόν να υπάρξει εκκλησιαστική απόφαση, που να αντιτίθεται στους αποστολικούς κανόνες, τον κανόνα του αγίου Κυπριανού, αλλά και εκείνους του Μ. Βασιλείου (α’ και μζ’), οι οποίοι έχουν προσλάβει, επίσης, δια του β’ της Πενθέκτης, κύρος οικουμενικό[25].
γ. Ειδικότερα, ως προς το Μυστήριο του Βαπτίσματος, κατά το Εφεσ. 4, 5 και το ιερό Σύμβολο, ένα και μόνο βάπτισμα υπάρχει, το Βάπτισμα της Μιας Εκκλησίας, ήτοι της Ορθοδόξου[26]. Εκείνο δε είναι κυριολεκτικώς «βάπτισμα», που τελείται δια τριών καταδύσεων και αναδύσεων, καθ’ όσον ο όρος «βάπτισμα» τούτο και μόνον μπορεί να σημαίνει[27]. Το δια τριών καταδύσεων βάπτισμα είναι «θεοδίδακτο» και «θεοπαράδοτο»[28], όπως βεβαιώνεται από τους αποστολικούς, συνοδικούς και πατερικούς κανόνες[29]. «Εις τούτο το βάπτισμα πιστεύομεν – παρατηρεί ο Οικονόμος – και τούτο και μόνον εν βάπτισμα ομολογούμεν, μηδέποτε δευτερούμενον»[30].
δ. Οι παντός είδους αιρετικοί, όπως τους ορίζει ο Μ. Βασίλειος (καν. Α’), τον οποίον ακολουθούν και στο σημείο αυτό οι δικοί μας θεολόγοι[31], βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας και έτσι το «βάπτισμα» αυτών είναι εντελώς ανυπόστατο, ήτοι «ψευδοβάπτισμα» και «ουκ αληθές»[32], ως τελούμενο εκτός της Εκκλησίας[33]. Συνεπώς και στην περίπτωση που τελείται τούτο δια τριών καταδύσεων, ήτοι κατά τον ορθό τύπο του εκκλησιαστικού βαπτίσματος, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εκληφθεί ως «φώτισμα», όντας κατ’ ουσίαν «μόλυσμα»[34]. Οι αιρετικοί δεν μπορούν να έχουν βάπτισμα, διότι νοσούν κατά την πίστη[35], και έτσι «ανωφελές έχουσι και το παρ’ αυτών διδόμενον βάπτισμα, με το να υστερήται την ευσέβειαν»[36]. Κατά τον Νεόφυτο, η πίστη των αιρετικών «αναθεματίζεται, η δε ημετέρα ευλογείται. Ουδέ το βάπτισμα άρα ημών τε και αυτών εν»[37]. Άρα, και αν ακόμη γίνεται σωστά από τους αιρετικούς η επίκληση της Αγίας Τριάδος και η τέλεση του βαπτίσματος, όπως παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος, «αργά και ανενέργητα τα υπέρθεα εκείνα ονόματα, προφερόμενα από των αιρετικών τα στόματα»[38].
Οι αιρετικοί δεν μπορούν, επί πλέον, να έχουν βάπτισμα, διότι δεν έχουν Ιερωσύνη. Ιερωσύνη και Βάπτισμα είναι αλληλένδετα[39] και «ανάγκη πάσα ή εκάτερα ή ουδέτερα δέχεσθαι»[40]. Το Βάπτισμα των αιρετικών «αμαρτιών άφεσιν παρέχειν ου πέφυκεν»[41], και έτσι όλοι οι αιρετικοί, επιστρέφοντες στην Εκκλησία, πρέπει αναγκαίως να βαπτίζονται[42]. Είναι σαφές ότι οι απόψεις αυτές θεμελιώνονται στον κανόνα του αγίου Κυπριανού και τον μζ’ του Μ. Βασιλείου[43], οι οποίοι χάραξαν την οδό της ακριβείας[44], κατά την οποία ουδείς λόγος μπορεί να γίνει περί εγκυρότητος των Μυστηρίων των αιρετικών καθ’ εαυτά.
Ε. Η αλλοίωση της «θεοπαραδότου» μορφής του ενός βαπτίσματος της Εκκλησίας, «χωρίς ανάγκης επειγούσης τελουμένη»[45], συνιστά αθέτηση της «αποστολικής παραδόσεως ασυγχώρητον»[46] και «πράξιν στυγητήν και αποτρόπαιον»[47]. Κατά τον Νεόφυτον το Βάπτισμα είναι «ομόλογον των δογμάτων»[48], η δε «τριττή κατάδυσις» είναι και αυτή «δόγμα»[49]. Το βάπτισμα δεν είναι απλό «νόμιμον εκκλησιαστικόν», δυνάμενο να «κρίνηται εκ συνηθείας και παραδόσεως, αλλ’ εις αυτήν την πίστην ανήκει»[50]. Η διάκριση, έτσι, της ομολογίας από τη μορφή του βαπτίσματος είναι ανεπίτρεπτη. Στο ερώτημα «πότερον επισημότερον και ουσιωδέστερον, ο εξωτερικός τύπος ή η πίστις», απαντά ο Οικονόμος: «αμφότερα»[51]. Επικαλείται δε τον Μ. Βασίλειο, κατά τον οποίο «πίστις και βάπτισμα δύο τρόποι συμφυείς αλλήλοις και αδιαίρετοι· πίστις μεν γαρ τελειούται δια του βαπτίσματος, βάπτισμα δε θεμελιούται δια της πίστεως»[52]. Η ορθή ομολογία της πίστεως πρέπει να συνοδεύεται από «τέλειο» βάπτισμα, διότι μόνον αυτό το βάπτισμα «τελειοί αμοιβαίως την πίστιν», κατά τον Οικονόμο[53].
ζ. Η αναγκαιότητα της τριπλής καταδύσεως για την υπόσταση του Μυστηρίου ανταποκρίνεται στην δογματική του φύση. Δια της τριπλής καταδύσεως «ομολογούμεν το δόγμα της θεαρχικής Τριάδος κατά τας επικλήσεις εκφωνούμενον», αλλά και «το δόγμα της οικονομίας Χριστού του Θεού και Σωτήρος ημών, ου τον θάνατον μετά της ταφής και την τριήμερον ανάστασιν συμβολικώς εκτυπούσιν» οι τρεις καταδύσεις και αναδύσεις[54]. Κατά τον άγιο Νικόδημο δεν πρόκειται περί απλού συμβολισμού, αλλά περί πραγματικότητος, διότι «αυτός εν αυτώ ενεργεί τον του Κυρίου θάνατον, ο άνθρωπος. Τουτέστιν αυτός ο βαπτιζόμενος αποθνήσκει και συνθάπτεται τω Χριστώ τω ύδατι του βαπτίσματος» (πρβλ. Ρωμ. 6, 9). Χωρίς τις καταδύσεις είναι «αδύνατον να γένηται εις ημάς το ομοίωμα του θανάτου του Χριστού και της τριημέρου ταφής». Το ορθόδοξο βάπτισμα είναι, όμως, συνάμα τύπος και της «εις Άδου καταβάσεως της ψυχής» του Κυρίου. Έτσι «δια μεν του τύπου του της ταφής του Χριστού» θεουργείται το σώμα του βαπτιζομένου, «δια δε του τύπου της εις Άδου καταβάσεως» θεούται η ψυχή του. Έτσι συνοψίζει την σχετική πατερική διδασκαλία ο άγιος Νικόδημος[55].
Οι προϋποθέσεις αυτές βοηθούν να αποτιμήσουμε ορθά την θεολογική τοποθέτηση των Κολλυβάδων και του ομόφρονά τους Κ. Οικονόμου απέναντι στον ζ’ της Β’ και γενικότερα τον τρόπο αποδοχής των επιστρεφόντων αιρετικών, παλαιοτέρων και νεωτέρων.


[19] Π., σ. 51, 57. Ε., σ. 139, 142, 147 ιγ – ιδ (εν βάπτισμα εν τη μια Εκκλησία). Ο, σ. 499, 485, 511.
[20] Επιστ. 73, 21 και 69, 1.2, 10· 11. Πρβλ. Τερτυλλιανού, De baptismo, 15.
[21] Βλ. T. Ware, μν. έργ. Σ. 82.
[22] Κατά τον Νεόφυτο (Ε., σ. 132) αποφαίνεται δι’ αυτών, «η των αποστόλων ομήγυρις»· πρβλ. σ. 131, 132, 133, «συνόδων απασών η μεγίστη η των αποστόλων», Ε., σ. 143/4. Βλ. Π., σ. κδ’, 53, 55. Ο., σ. 399, 452/53, 480. Στην εποχή του Οικονόμου ο Πρωτοσύγκελλος της Επισκοπής Άργους Ε. Διογενείδης επιτέθηκε κατά του κύρους των αποστολικών κανόνων. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνο9ύ, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την Νεοελληνικήν κατά τον ΙΘ’ αι., Αθήναι 1977, σ. 394. Ο Οικονόμος τον αντέκρουσε με ειδική μελέτη: Περί των τριών Ιερατικών της Εκκλησίας βαθμών Επιστολιμαία Διατριβή, εν η και περί της γνησιότητος των αποστολικών κανόνων, υπό του πρεσβυτέρου και οικονόμου Κωνσταντίνου του εξ Οικονόμων, εν Ναυπλία αωλε’
[23] Π, σ. 55. Ο, σ. 453/4.
[24] Ε, σ. 128, 142. Π, σ. 51, 370/1. Ο, σ. 453. Ο Νεόφυτος διακηρύσσει: «της ψυχής γαρ πρότερον αποστήσομαι, ή ούπερ η εν Καρχηδόνι προυβάλετο ακαταγωνίστου λήμματος» (σ. 142).
[25] Ε, σ. 142, 147 α/147 β. Π, σ. 52. Ο, σ. 426, 451. Μ, σ. 263.
[26] Π, σ. 51. Κατά τον Νεόφυτο: «Ει τοίνυν εν και ταυτόν ημών τε και των αιρετικών το βάπτισμα, μία άρα και η πίστις ημών τε κακείνων, ως και εις Κύριος. Αλλά μην ου μία η πίστις ημών τε κακείνων, ουδέ το βάπτισμα άρα εν, ως ουδ’ ο Κύριος μετ’ αυτών» Ε, σ. 142. Πρβλ. Ο, σ. 441, 454 εξ., 485. (Ο Οικονόμος ομιλεί περί «ορθοδόξου βαπτίσματος»). Τα αιρετικά μυστήρια είναι – κατ’ αυτόν – «άπρακτα» (σ. 459).
[27] Βαπτίζω, εκ του βύπτω = βουτώ. Ο, σ. 402. Ο Οικονόμος αντικρούει διεξοδικά τα επιχειρήματα των αντιφρονούντων (σ. 398 ε.ε.) Πρβλ. σ. 436 ε. ε.. Π, σ. 63 ε.ε. Και κατά τον Αθ. Πάριο (Μ, σ. 266) βάπτισμα σημαίνει «εντός ταυ υγρού υποβρύχιον ποιείν τον βαπτιζόμενον»
[28] Ο, σ. 399, 426. Πρβλ. σ. 413: «πανάγιον και αληθινόν». Κατά τις Οικουμενικές Συνόδους «η τριττή κατάδυσις και ανάδυσις αποτελεί συμμόρφωσιν προς την εντολήν του Κυρίου και εκφράζει την τριαδικήν φύσιν του Θεού». Ιωάννου Ρίννε, (Μητροπολίτου Ελσιγκίου), Ενότης και ομοιομορφία εν τη Εκκλησία, κατά το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 37/38.
[29] Π, σ. 63, ε. Ο, σ. 399.
[30] Ο, σ. 426. Κατά τον Νεόφυτο: «Εν ομολογεί η του Χριστού Εκκλησία βάπτισμα, ου μόνον ως δις τινα ου βαπτίζουσα, αλλ’ ως και τω αυτώ και ενί τους ξύμπαντας βαπτίζουσα, κουχί τω μεν τους δε, τω δε τους δεν». Ε. σ. 142.
[31] Βλ. Ε, σ. 126· Π, σ. 587· Ο, σ. 89, 420.
[32] Ε, 134· Π, σ. 51, 55, 370. Ο, σ. 413.
[33] Πρβλ. Ιερ. Κοτσώνη, Περί του κύρους της Ιερωσύνης των Αγγλικανών από της απόψεως του Κανονικού Δικαίου της Ορθοδ. Εκκλησίας, Αθήναι 1957, σ. 18. Κατά τον Νεόφυτο (Ε. σ. 127): «το μεν των αιρετικών (βάπτισμα) παντελώς αθετείται, τα δε των αποσχισθέντων» γίνεται δεκτό «μόνη τη του μύρου επιχρίσει εγκαινιζόμενον», βάσει των μζ’ και ξη’ αποστολικών, του α’ του αγ. Κυπριανού και του μζ’ του Μ. Βασιλείου.
[34] Ε, σ. 133, 147 ε. Ο Νεόφυτος επικαλείται εδώ τους ι. πατέρες Κυπριανό, Μ. Αθανάσιο, Μ. Βασίλειο, τον η’ της εν Λαοδικεία και τους αποστολικούς κανόνες.
[35] Ε, σ. 142· 135/6.
[36] Π, σ. 52/53.
[37] Π, σ. 137.
[38] Π, σ. 56. Και κατά τον Νεόφυτο, «ουδέ αυτάρκης προς την του μυστηρίου ευπραξίαν η τριττή απλώς μετ’ επικλήσεως κατάδυσις». Ε, 147 ιδ’. Τούτο δε, διότι «το κατ’ αλήθειαν βάπτισμα του μζ’ αποστολικού κανόνος ουχ απλώς το εις Πατέραν και Υιόν και Πνεύμα Άγιον εν τρισί καταδύσεσιν υποληπτέον, αλλά και το εν υγιά της Τριάδος ομολογία....» Ε, σ. 139.
[39] «Ο γαρ αυτός λόγος περί τε βαπτίσματος και χειροτονίας» Ε, σ. 147 κβ’. Πρβλ. Ο, σ. 459, 492. Ε, Σ. 133 ε.: «Οι αιρετικοί ούτε ορθόδοξοι εισιν, ούτε ιερείς». Ε, σ. 137. Πρβλ. ξη’ Αποστολικόν και Αποστολ. Διατάξεις VI, 15.
[40] Ε, δ. 147 κβ’ ... Κατά τον ξη’ αποστ. Κανόνα οι αιρετικοί στερούνται ιερωσύνης, συνεπώς «και τα παρ’ αυτών ιερουργούμενα κοινά εισι, και χάριτος και αγιασμού άμοιρα». Π, σ. 50, 52. «Ων γαρ οι ιερείς κατά τους αποστολικούς κανόνας ψευδείς, ψευδές δήπου και το τούτων βάπτισμα». Ε, σ. 147 ιγ’.
[41] Ε, σ. 147 ιδ’. Ορθώς δε συμπληρώνει ο Νεόφυτος: «Ει γαρ παρέχει, αλόγως λοιπόν τη Εκκλησία προσέρχονται, και αιρετικοί οι μη προσερχόμενοι ακούουσιν».
[42] Π, σ. 370.
[43] Βλ. Ε, σ. 132.
[44] Αυτή «επεκυρώθη» από τον β’ της Πενθέκτης. Ο, σ. 491.
[45] Ο, σ. 398.
[46] Στο ίδιο.
[47] Ο, σ. 485.
[48] Ε, σ. 147 ιδ’. Και κατά τον Οικουμένιο η περί την μορφή του βαπτίσματος «καινοτομία» «αίρεσις μεν ουκ έστιν, δογματική δηλονότι κατά την ιδιαιτάτην της λέξεως σημασίαν... Έστι δε όμως πράξις στυγητή και αποτρόπαιος, ως μηδόλως οιουδήτινος άγους αιρέσεως καθαρεύουσα· έστιν αιρετικών ανθρώπων... ανόσιος επίνοια και παραχάραξις του παραδεδομένου τύπου...» Ο, σ. 485. Είναι δηλαδή: καρπός αιρέσεως.
[49] Ε, σ. 147 ιζ’. ΠΡβλ. Μ. Βασιλείου καν. Α’ και Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. κζ’. P.G. 32, 185C ε.
[50] Ε, σ. 147 ιδ’.
[51] Ο, σ. 425.
[52] Περί του Αγίου Πνεύματος, κεφ. Ιβ’. P.G. 32, 117Β ε. Πρβλ. Ε, σ. 117 ιδ’, 147 ιζ’.
[53] Ο, σ. 426.
[54] Ο, σ. 398/99. Μ, σ. 266. ΠΡβλ. T. Ware, μν. έργ. Σ. 91 ε.ε.
[55] Π, σ. 63 ε.


Ο ζ’ της Β’ δίνει κατά τους συγγραφείς μας άμεση απάντηση στο ερώτημα «πως δεκτέον τους αιρετικούς τη Ορθοδοξία προσερχομένους»[92]. Το κανονικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο μπορεί να ερμηνευθεί ορθώς ο κανόνας αυτός, διαγράφεται από τους κανόνες μς’, μζ’, ν’ και ξη’ αποστολικούς, α’ της Καρχηδόνος, ζ’ και η’ της εν Λαοδικεία, η’ και ιθ’ της Α’ Οικουμενικής, α’, ε’, κ’ και μζ’ του Μ. Βασιλείου, 95ος της Πενθέκτης και νζ’ και π’ της εν Καρθαγένη[93]. Και πρέπει να συνεξετάζεται ο παρών κανόνας μαζί με τον 95ος της Πενθέκτης, ο οποίος «δεν είναι άλλο, πάρεξ μία επανάληψις αυτού»[94].
Ο κανόνας όμως δημιουργεί αρκετές δυσχέρειες στην ερμηνεία του, διότι κατά το γράμμα του αντίκειται σαφώς στην εκκλησιαστική πράξη[95] που διατυπώθηκε κανονικά δια του αγίου Κυπριανού και άλλων Πατέρων, όπως π.χ. του Μ. Βασιλείου, την οποία, καθώς είδαμε, οι θεολόγοι αυτοί δέχονται ως αρχαιοεκκλησιαστική και σύμφωνη με τους Αποστολικούς Κανόνες, και γι’ αυτό ως την μόνη κανονική και απαράβατη. Έτσι εύλογα ο άγ. Νικόδημος θέτει το ερώτημα:
Γιατί η Β’ Οικουμενική «δεν απέβαλεν όλων των αιρετικών το βάπτισμα, κατά τους αποστολικούς κανόνας και την περί τον άγιον Κυπριανόν σύνοδον, και όλους τους άλλους μεγάλους και θεοφόρους Πατέρας... αλλά άλλων μεν αιρετικών εδέχθη το βάπτισμα, άλλων δε ουχί;»[96].
Η διάκριση των αιρετικών, σε «βαπτιστέους» και μη, είναι το κέντρο του προβλήματος που δημιουργείται απ’ αυτόν τον κανόνα.
Αυτή, κατ’ αρχήν, με βάση τους κανόνες των αγ. Κυπριανού και Μ. Βασιλείου, κρίνεται από τους συγγραφείς μας «πάντη αδόκιμος». Ελέχθη ήδη παραπάνω, ότι κατ’ αυτούς οι αιρετικοί πάσης φύσεως, ευρισκόμενοι εκτός της Εκκλησίας και μη έχοντας καν βάπτισμα, είναι «βαπτιστέοι» χωρίς καμιά εξαίρεση[97]. Αλλά το πρόβλημα καθίσταται ακόμη οξύτερο, διότι η Σύνοδος φάνηκε χαριστική και ελαστική έναντι των «δυσσεβεστέρων» από τους τότε αιρετικούς, δηλ. τους Αρειανούς και Μακεδονιανούς, «αρνουμένων την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» και «βλασφημούντων εις το Πνεύμα το Άγιον»[98]. Έτσι εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως δυσαρμονία μεταξύ των ιερών Συνόδων και των πατερικών κανόνων, διότι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (η Β’ δια του ζ’ κανόνα της και η Πενθέκτη δια του 95ος) έρχονται σ’ αντίθεση όχι μόνον με τους ανωτέρω Πατέρες, αλλά και με τους Αποστολικούς Κανόνες (π.χ. τον μς’), τους οποίους όμως η Πενθέκτη – και μέσω αυτής η Καθολική Εκκλησία – επισφράγισε, και οι οποίοι – κατά τον άγ. Νικόδημο – «προστάσσουν το εναντίον»[99]. Αυτό είναι το δημιουργούμενο, από αυτούς τους κανόνες πρόβλημα.
Στην προσπάθεια να αρθεί η δυσαρμονία αυτή, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι μπορούν να αναθεωρήσουν ή ακυρώσουν τις κανονικές αποφάνσεις των Πατέρων, διότι ουδέποτε «ήκουσται οικουμενικής ή τοπικής ένα τινά προτάττειν»[100]. Η επικύρωση των κανόνων των αγ. Πατέρων δια των Οικουμενικών Συνόδων δεν σημαίνει και την κατάφαση της έτσι, τυχόν, εμφανιζομένης αντιθέσεως, διότι απλούστατα υπερισχύουν οι Σύνοδοι, κατά την γνωστή αρχή «το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται» (Εβρ. 7, 7). Έτσι, υπερισχύουν οι Σύνοδοι, θέτοντας κατά κάποιο τρόπο σε αχρησία τους προ αυτών διατυπωθέντες κανόνες. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ζωναράς, αντιμετωπίζοντας την «αντίθεση» μεταξύ του ζ’ της Β’ και του α’ της Καρχηδόνος, δηλ. κατ’ ουσίαν του κανόνος του αγίου Κυπριανού, γράφει: «Εναντία τοίνυν εν τούτω τω κεφαλαίω των δύο συνόδων εισαγουσών, τα της δευτέρας κρατεί συνόδου, και διότι μεταγενεστέρα εστί και διότι οικουμενική, εν η πάντως εκ πάντων των πατριαρχικών θρόνων συνήσαν ή οι πατριάρχαι αυτοί ή οι τοποτηρηταί»[101].
Οι θεολόγοι μας όμως, ζώντας την παράδοση της Εκκλησίας και γνωρίζοντας από άμεση εμπειρία την θέση των αγίων Πατέρων στην ζωή της, δεν μένουν ικανοποιημένοι με την απάντηση αυτή. Δεν δέχονται ούτε την ελάχιστη ασυμφωνία μεταξύ Πατέρων και Συνόδων[102]. Το κύρος των αγίων Πατέρων γίνεται πανηγυρικά δεκτό απ’ όλους τους συγγραφείς, περισσότερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζει η διεξοδική ανάλυση, και στο σημείο αυτό, του Νεοφύτου του Καυσοκαλυβίτου[103].
Κατά τον Νεόφυτο οι Σύνοδοι – και εν προκειμένω η Β’ και η Πενθέκτη Οικουμενικές – δεν καταργούν τους αγίους Πατέρες, που το κύρος των στην Εκκλησία φαίνεται ιδιαίτατα σ’ αυτές τις ίδιες τις Οικουμενικές Συνόδους, των οποίων «η θεολογία και οι αποφάσεις δεν νοούνται χωρίς την θεολογική προσφορά των Πατέρων και Διδασκάλων»[104]. Προσάγει δε χαρακτηριστικά παραδείγματα: Ο ιερός Χρυσόστομος «προετάχθη» της εν Νεοκαισαρεία Συνόδου στον ις’ κανόνα της Πενθέκτης, ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος στον ξδ’ κανόνα της ίδιας Συνόδου. «Τον Μέγαν ωσαύτως Βασίλειον η Ζ’ εν τω ις’ και ιθ’ και κ’, μάρτυρα ων ορίζει παρειληφυία, και αυτή τούτον εαυτής ομολόγως προέταξεν...»[105]. Ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου αναγνωρίζεται το κύρος σ’ όλες «τας μετ’ αυτόν οικουμενικάς συνόδους»[106]. Συμπεραίνει έτσι ο Νεόφυτος: «Ουκ επ’ αναιρέσει, ων αι οικουμενικαί σύνοδοι ωρίσαντο, προτάττεσθαί φαμεν τους αυταίς μάλλον συντεταγμένους οικουμενικούς διδασκάλους, άπαγε, αλλά δείξαι βουλόμενοι, οπόσον και αυταίς αιδέσιμοι τυγχάνουσι... Και γαρ και αι οικουμενικαί σύνοδοι τοις αγίοις και σοφοίς πατράσιν επιστηρίζονται»[107].
Το συμπέρασμα του Νεοφύτου είναι ότι η Β’ Οικουμενική δεν αγνόησε ή παραμέρισε καθόλου τους προ αυτής αγ. Πατέρες (Κυπριανό, Μ. Αθανάσιο, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο κ.λπ.), «αποκαλούντας μόλυσμα το βάπτισμα των αιρετικών» και απορρίπτοντες, ως «αδόκιμον», ειδικώς το βάπτισμα των Αρειανών[108]. Τούτο πολύ περισσότερο ισχύει προκειμένου περί της Πενθέκτης, η οποία δεν είναι δυνατόν, αντιφάσκοντας με τον εαυτό της, αφ’ ενός να «επισφραγίζει» και συγχρόνως να ακυρώνει τον κανόνα της Καρχηδόνας, δοθέντος ότι, ενώ «η Β’ εν τω ζ’ παραδραμούσα (= τον κανόνα αυτό), εν ω εκράτει τόπω αυτόν περιέγραψε (= περιόρισε),τούτον η Στ’ εν τω β’ επισφραγίσασα, οικουμενικόν ομολόγως εποίησεν»[109]. Αν λοιπόν ο ζ’ της Β’ και ο 95ος Πενθέκτης φαίνονται να προσδίδουν τοπικό χαρακτήρα στον κανόνα της περί τον Κυπριανό Συνόδου, ο β’ της τελευταίας προσέδωσε σ’ αυτόν οικουμενικό κύρος, διότι «και οι τοπικοί και μερικοί, επισφραγισθέντες υπό της καθολικής, καθολικοί εγένοντο»[110]. Καμιά αξιολογική διάκριση μεταξύ των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας δεν είναι επιτρεπτή[111].
Εφ’ όσον λοιπόν είναι αδύνατον μία Οικουμενική Σύνοδος να αυτοαναιρείται, μένει στον Νεόφυτο η εύλογη απορία: «Ου παύομαι ζητών – λέει – τίνι ποτέ λόγω των επί αιρέσει συνοδικώς και καθηρημένων και της Εκκλησίας εκκηρύκτων, είτ’ ουν αναθεματισθέντων (δηλ. αρειανών και μακεδονιανών)... τούτωνη Στ’ (και συνεπώς και η Β’) τας ατελέστους και πάντη αδέκτους και αποβλήτους κατά τον μς’ αποστολικόν κανόνα τελετάς, τίνι λόγω εδέξαντο, απορώ»[112]. Συνεχίζει δε: «Επί τούτοις εγώ απορώ, οίμαι δε και πας τις των κανονικών, ο δε δυνάμενος εν Κυρίω λυσάτω το άπορον, συμφώνους δεικνύς τας οικουμενικάς συνόδους, οις επεσφράγισαν αποστολικοίς κανόσι και τοις του Μ. Βασιλείου...»[113]. Πρέπει να υπάρχει, άρα, άλλη εξήγηση ως προς τον τρόπο ενεργείας των δύο Οικουμενικών συνόδων, όταν μάλιστα η Πενθέκτη δίχως άλλο «επισφραγίζει» κανόνες, τους οποίους φαίνεται αλλιώς «καταργούσα»[114].
Οι θεολόγοι μας δεν αφήνουν το ερώτημα αναπάντητο. Μολονότι όμως οι απαντήσεις των διατηρούν τον προσωπικό καθενός χαρακτήρα, κι έτσι παραλλάσσουν σε κάποια δευτερεύοντα σημεία, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, συνεπεία του κοινού φρονήματός των.
Η στάση της Β’ Συνόδου έναντι των Αρειανών και Μακεδονιανών εξηγείται κατά τον άγ. Νικόδημο, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι η Εκκλησία «έχει δύο κυβερνήσεις και διορθώσεις», την ακρίβεια και την οικονομία. Ενώ «οι Απόστολοι» και οι αρχαιότερες Σύνοδοι και Πατέρες εφάρμοσαν την ακρίβεια[115], οι δύο Οικουμενικές Σύνοδοι δέχτηκαν την οικονομία[116]. Έτσι, η υπό ορισμένες προϋποθέσεις εναλλαγή ακριβείας και οικονομίας αίρει κάθε υπόνοια αντιφάσεων μεταξύ των ιερών Κανόνων και των Συνόδων. Κατά τον Άγιο η Β’ Οικουμενική «τον παρόντα κανόνα κατά μέρος εφύλαξε»[117], ενεργώντας «κατ’ οικονομίαν και συγκατάβασιν»[118]. Η οικονομία, καθώς είναι καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας, εφαρμόστηκε για λόγους καιρικούς – ιστορικούς. Οι εν λόγω αιρετικοί ήταν στο πλήθος πολλοί και πολιτικώς ισχυροί[119]. Έτσι οι Συνοδικοί Πατέρες έδειξαν επιείκεια, «δια να τους ελκύσουν εις την Ορθοδοξίαν και να τους διορθώσωσιν ευκολώτερον», και «δια να μη τύχη και τους εξαγριώσουν περισσότερον κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών, και γένη χειρότερον το κακόν» [120]. Η εφαρμογή της οικονομίας δεν ήταν άρα αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη και αφορούσε στην σωτηρίαν των αιρετικών και την ειρήνη της Εκκλησίας.
Κατά τον Νεόφυτο, που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την κυπριάνεια αρχή ως προς το κύρος των αιρετικών μυστηρίων, «η καθ’ όλου αύτη οικονομία... και προ της Β’ αντί κανόνος κρατούσα, ώσπερ των σχισματικών, ούτω τοι και των Αρειανών τας τελετάς, ως εκ της Β’ έστι συμβαλείν, απεδέχετο»[121]. Υπήρχε, όμως και κατ’ αυτόν σπουδαίος λόγος, ο οποίος κατέστησε την οικονομία όχι μόνο δυνατή, αλλά και αναγκαία. Τόσο η Στ’, όσο και η Β’ Οικουμενική μιλούν «περί των αφ’ ημών ωρμημένων αιρετικών»[122]. Όσοι δηλαδή από τους Ορθοδόξους «αρειάνισαν», «παλινδρομούντες» δεν βαπτίζονταν[123]. Αντιθέτως «οι ουκ εξ Ορθοδόξων αρειανίσαντες, και ουχ απλώς τω των ορθοδόξων αλλά τω των αιρετικών προτελεσθέντες βαπτίσματι», όφειλαν να βαπτισθούν ως αβάπτιστοι[124]. Επειδή δε «οι πλείστοι τούτων (= των αρειανών και μακεδονιανών) από ορθοδόξων ορμώμενοι, αναμείξτε υπήρχον, και καθ’ υπόκρισιν προς τους ιερωμένους συνήπτοντο», κατά τον Επιφάνιο[125], ώστε (και κατά τον Μ. Βασίλειο)[126] «δια την σύγχυσιν μηδαμώς εστι είναι ορθοδόξων και αιρετικών διάκρισιν», αναγκάστηκε να εφαρμόσει η Σύνοδος την οικονομία[127], η οποία, κατ’ αυτόν, μόνον στους σχισματικούς μπορεί να εφαρμοσθεί[128].
Παράλληλη θέση μ’ αυτήν υποστηρίζει και ο άγ. Νικόδημος, ο οποίος ερμηνεύοντας τον κανόνα του αγ. Κυπριανού, παρατηρεί: «Αλλά και ανίσως τινάς καλώς ερευνήση, μέλλει να εύρη τους αιρετικούς τούτους, οπού οικονομικώς εδέχθη η δευτέρα οικουμενική σύνοδος, να ήσαν περισσότεροι από τους τότε εις αίρεσιν πεσόντας ιερωμένους βεβαπτισμένοι, και δια τούτο εμεταχειρίσθη την οικονομίαν αυτήν»[129]. Το κοινό στις δύο αυτές απόψεις είναι η πεποίθηση, ότι αυτοί, που έγιναν δεκτοί «οικονομικώς», διέσωζαν το «βάπτισμα της Εκκλησίας», των τριών καταδύσεων και αναδύσεων δηλαδή. Κατά τον Νεόφυτο δε, επειδή εξ αφορμής των Αρειανών επικράτησε στην Κωνσταντινούπολη η «συνήθειαν» αυτή, αφ’ ενός μεν περιελήφθη στην «Προς Μαρτύριον» επιστολή, αφ’ ετέρου δε κανονίστηκε από την Πενθέκτη δια του 95ος κανόνα της, καθώς εμφιλοχωρήθηκε σε συνόδους που, συνήλθαν στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, δηλαδή την Β’ Οικουμενική και την Πενθέκτη!
Και ο Οικονόμος δέχεται την ελεύθερη εφαρμογή από τις αρχαίες Συνόδους πότε της ακριβείας και πότε της οικονομίας, χωρίς την παραμικρή σύγκρουση μεταξύ των ιερών κανόνων. Οι αποστολικοί κανόνες, κατ’ αυτόν, «ετέθησαν προς ακρίβειαν». Η Β’ όμως Οικουμενική και η Πενθέκτη εφάρμοσαν την οικονομία για λόγους ιστορικούς («ταύτην απαιτούντων των τότε καιρών»)[130].
Η διάκριση όμως, από την Β’ Οικουμενική, των αιρετικών σε βαπτιστέους και χριστέους, είχε και συγκεκριμένη – κατά τους συγγραφείς μας – εκκλησιολογική και κανονική προϋπόθεση. Οι υποχρεούμενοι σε βάπτιση αιρετικοί είχαν, κατά τον Οικονόμο, «γνώρισμα κοινόν», «ου μόνον την περί τα θεία δόγματα παντοδαπήν βλασφημίαν, αλλά μάλιστα την περί το είδος του παρ’ αυτοίς βαπτίσματος ασεβή παρανομίαν». Αυτή ήταν διττή: «περί τε την επίκλησιν των προσώπων της παναγίας Τριάδος»[131], και «περί την τριττήν κατάδυσιν του βαπτιζομένου»[132]. Η βάπτιση, έτσι, των επιστρεφόντων αιρετικών «εκανονίσθη» από τον ζ’ της Β’ όχι μόνο «δια την περί το θείον δόγμα κακοδοξίαν», διότι την απέρριπταν με την επιστροφή των και με τον απαραιτήτως επιδιδόμενο απ’ αυτούς λίβελλο, αλλά «πρώτιστα και μάλιστα δια την περί τε τας θείας επικλήσεις ή και τας τριττάς εν τω βαπτίσματι καταδύσεις όλως ημαρτημένην, διο και βέβηλον και ατέλεστον τελετήν»[133]. Οπότε, συμπληρώνει ο άγ. Νικόδημος, οι της ομάδας αυτής (Ευνομιανοί, Μοντανιστές, Σαβελλιανοί, «και αι άλλαι πάσαι αιρέσεις») γίνονταν, χωρίς κάποια δυνατότητα εξαιρέσεως, δεκτοί «ως Έλληνες», δηλαδή ως «πάντη αβάπτιστοι», διότι «ή τελείως δεν εβαπτίσθησαν, ή εβαπτίσθησαν μεν, όχι όμως ορθώς και καθώς βαπτίζονται οι ορθόδοξοι. Διο ουδέ όλως βεβαπτισμένοι λογίζονται»[134]. Από τους συγγραφείς αυτούς, όπως και από τους (αρχαίους) Πατέρες της Εκκλησίας ως «βάπτισμα» νοείται άρα όχι η οποιαδήποτε είσοδος στην Εκκλησία, αλλά η κατά τον συγκεκριμένο αποστολικό τρόπο (δια των τριών καταδύσεων) ένταξη σ’ αυτόν.
Η εφαρμογή της οικονομίας στους Αρειανούς και τους Μακεδονιανούς δεν σημαίνει καθόλου ότι η Σύνοδος παραθεώρησε την πίστη, αλλ’ ότι ο βαθμός της αποκλίσεώς των από την ορθόδοξη πίστη δεν είχε για την Σύνοδο πρωταρχική σημασία[135]. Ήταν όμως δυνατή, διότι οι αιρετικοί αυτοί «ετήρουν εν τω κατ’ αυτούς βαπτίσματι την αποστολικήν παράδοσιν, βαπτίζοντες κατά την του Κυρίου διάταξιν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και εις τρεις καταδύσεις και αναδύσεις»[136]. Η ορθή τέλεση του μυστηρίου απετέλεσε το κριτήριο αποδοχής του βαπτίσματός των. Έτσι «το δυσσεβές του φρονήματος αυτών εθεραπεύετο δια του λιβέλλου» και «δια του θείου χρίσματος», χορηγουμένου «εις βεβαίωσιν της αυτών ομολογίας και πίστεως», «ίνα γένωνται μέτοχοι της βασιλείας του Χριστού και της του Πνεύματος δωρεάς, ης αποστερούντο». Μερικοί μάλιστα απ’ αυτούς ίσως δεν είχαν καν χρισθεί με μύρο, όπως π.χ. οι Ναυατιανοί, στους οποίους εφάρμοσε την οικονομία η εν Λαοδικεία σύνοδος[137]. Στους Ευνομιανούς όμως δεν ήταν δυνατόν ποτέ να εφαρμόσει η Σύνοδος της οικονομία, διότι αυτοί είχαν λάβει, «μονοκατάδυτον βάπτισμα», δηλαδή διαφορετικό από εκείνο της Εκκλησίας. Η αλλοίωση της μορφής του μυστηρίου, που καταλύει την ενότητά του, δηλαδή την σύμπτωση εξωτερικού και εσωτερικού στοιχείου, είχε για την Σύνοδο αποφασιστική σημασία, διότι και η οικονομία – κατά τον Οικονόμο -, επικαλούμενον τους ιερούς Πατέρες, έχει όρια: «Οικονομητέον γαρ ένθα μη παρανομητέον», είπε αποφθεγματικά ο ι. Χρυσόστομος[138]. Ο ζ’ της Β’, λέει ο Οικονόμος, «χάριν συντομίας» παρέλειψε «την περί την επίκλησιν βλασφημίαν» των Ευνομιανών και αρκέσθηκε στην εξ ίσου σπουδαία ατέλεια της μορφής του μυστηρίου, δηλαδή στην μία κατάδυση[139].
Έτσι η οικονομία, που με βάση συγκεκριμένες, όπως είδαμε, προϋποθέσεις, εφαρμόστηκε από την Β’ Οικουμενική Σύνοδο, για κανένα λόγο δεν αίρει την ακρίβεια της Εκκλησίας. Κατά τον άγ. Νικόδημο «η οικονομία, οπού προς καιρόν εμεταχειρίσθησάν τινες πατέρες, ούτε νόμος, ούτε παράδειγμα δύναται να νομισθή»[146].
Ομοφώνως άρα συγκλίνουν οι συγγραφείς μας στην απόφαση, ότι, κατά την κανονική πράξη της Εκκλησίας, στους επιστρέφοντες στην Ορθοδοξία αιρετικούς πρέπει να εφαρμόζεται κανονικώς η ακρίβεια, δηλαδή η βάπτισή των, καθ’ όσον άλλωστε ούτε κατ’ ακρίβειαν, ούτε κατ’ οικονομίαν είναι δυνατόν να θεωρηθούν έγκυρα καθ’ εαυτά τα μυστήρια των αιρετικών[149].
Η εφαρμογή της οικονομίας κατέστη δυνατή, διότι υπήρχαν οι απολύτως αναγκαίες «τυπικές» προϋποθέσεις, δηλαδή η ορθή τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος από τους αιρετικούς αυτούς, δια τριών καταδύσεων και αναδύσεων[151]. Η απόρριψη του μονοκαταδύτου βαπτίσματος των Ευνομιανών, που κατατάσσονταν μεταξύ των εντελώς αβαπτίστων, δείχνει την καταδίκη από την Σύνοδο, και συνεπώς από την Καθολική Εκκλησία, κάθε αλλοιώσεως στην μορφή του μυστηρίου του βαπτίσματος, η οποία αρκεί για να καταστεί εντελώς αδύνατη η εφαρμογή της οικονομίας σ’ αυτούς τους αιρετικούς. Στην περίπτωση αυτή κατά τον Οικονόμο: «Ο κίνδυνος περί των όλων· ου γαρ εγεννήθησαν εξ ύδατος και πνεύματος, ουδέ συνετάφησαν τω Χριστώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον»[152]. Είναι δηλαδή αβάπτιστοι και συνεπώς άμοιροι της εν Χριστώ αναγεννήσεως.


[92] Ο, σ. 419· πρβλ. Π, σ. 92.
[93] Π, σ. 165 κ.α. Ε, σποραδ. Ο, σ. 419/20, 453/4.
[94] Ε, σ. 147κ’. Π, σ. 165· Ο, σ. 419/20.
[95] Πρβλ. Αν. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήναι 1965², σ. 119. Ε, σ. 129 ε., 135 ε. και Π, σ. 370.
[96] Π, σ. 53.
[97] Π, σ. 55.
[98] Ο, σ. 420.
[99] Π, σ. 55.
[100] Ε, σ. 144.
[101] P.G. 137, 1103.
[102] Ε, σ. 144: «Και μην ο τε Μ. Βασίλειος και ο Αθανάσιος και οι αμφί τον Κυπριανόν ου προτεταγμένοι, συντεταγμένοι δε μάλλον εδείχθησαν τη ενί εκάστω τούτων συμψήφω Οικουμενική Στ’ και Ζ’». Πρβλ. ο, σ. 488. Και ο άγιος Νικόδημος (Π, σ. 54) σημειώνει: «Δεν φαίνεται καμμία αντίφασις ή εναντιότης ανάμεσα των».
[103] Ε, σ. 144 ε.ε.
[104] Στ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήναι 1977, σ. 68.
[105] Ε, σ. 144.
[106] Στο ίδιο. Η Ζ’ Οικουμενική καλεί τον Μ. Βασίλειο «πατέρα» της. Πρβλ. και κανόνα κ’ της Πενθέκτης.
[107] Ε, σ. 145.
[108] Στο ίδιο.
[109] Ε, σ. 147 α’.
[110] Ε, σ. 147 β’.
[111] Π, σ. 52, 119.
[112] Ε, σ. 147 ιβ’.
[113] Ε, σ. 147 ιδ’.
[114] Π, σ. 54. Ε, σ. 140, 147 ια’.
[115] Π, σ. 368, 587 ε. Πρβλ. α’ Καρχηδόνος («ου πρόσφατον γνώμην, ουδέ νυν ηδρασμένην προφέρομεν, αλλά την πάλαι υπό των προγενεστέρων ημών μετά πάσης ακριβείας και επιμελείας δεδοκιμασμένην») και α’ του Μ. Βασιλείου («ου γαρ αντιδιδόναι αυτοίς υπεύθυνοι χάριν εσμέν, αλλά δουλεύειν ακριβεία κανόνων»).
[116] Π, σ. 53.
[117] Π, σ. 370.
[118] Π, σ. 53.
[119] Στο ίδιο.
[120] Στο ίδιο.
[121] Ε, σ. 147 ια’.
[122] Ε, σ. 131.
[123] Σ, σ. 147 κδ’. Πρβλ. Ε, σ. 147 δ’.
[124] Ε, σ. 147 ε’.
[125] Κατά αιρέσεων Γ, 1 P. G. 42, 448Α.
[126] Περί του Αγίου Πνεύματος κεφ. γ’, P. G. 32, 76.
[127] Ε, σ. 127. Πρβλ. Ε, σ. 141. Πρβλ. Ο, σ. 475.
[128] Ε, σ. 131. Και συνελόντι, το μεν των αιρετικών, παντελώς αθετείσθαι, το δε των αποσχισθέντων βάπτισμα παραδέχεσθαι, μόνη τη του μύρου επιχρίσει εγκαινιζόμενον», Ε, σ. 127.
[129] Π, σ. 370.
[130] Ο, σ. 488, 491. Πρβλ. Χρ. Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1956², σ. 301 ε.
[131] Ο, σ. 421: «Οίον ην το βάπτισμα των εις τρις ανάρχους, ή τρεις υιούς ή εις τρεις παρακλήτους βαπτιζόντων».
[132] Ο, σ. 421.
[133] Ο, σ. 423.
[134] Π, σ. 164 και 55. Πρβλ. Π, σ. 587 ε. Μ, σ. 263. Ο, σ. 490 («ουκ είχον όλως βάπτισμα, διο και τούτους η Εκκλησία βαπτίζειν εθέσπισεν»).
[135] Πρβλ. Ιερ. Κοτσώνη, Περί του κύρους..., ένθ’ ανωτ., σ. 26.
[136] Ο, σ. 422.
[137] Ο, σ. 422/3, 424, 488/9.
[138] Ο, σ. 433, 434 (και σημ. Α’). Πρβλ. Ευλόγιον Αλεξανδρείας, P.G. 103, 953.
[139] Ο, σ. 421.
[146] Π, σ. 371. Γι’ αυτό και στη σημείωσή του στον κ’ του Μ. Βασιλείου (Π, σ. 605) υπογραμμίζει: «Όρα ότι τους αιρετικούς ου δέχεται η Εκκλησία χωρίς να βαπτίση αυτούς, κατά τον κανόνα τούτον, καν ο ζ’ της Β’ οικονομικώς εδέχθη τινάς αιρετικούς χωρίς βάπτισμα».
[149] Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα..., όπ. παρ., σ. 201 ε.ε. Παρατηρεί χαρακτηριστικά ο άγ. Νικόδημος (Π, σ. 52): «Όθεν, αν το βάπτισμα των σχισματικών αθετή ο μ. Βασίλειος, με το να τους έλειψεν η τελειωτική χάρις, περιττόν είναι λοιπόν και το να ζητή τινας, αν πρέπει να βαπτίζωμεν τους αιρετικούς».
[151] Πρβλ. τους Ζωναρά και Βαλσαμώνα παρά: Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β’, Αθήνησιν 1852, σελ. 189 και 191. Πρβλ. Ι. Ρίννε, Ενότης και ομοιομορφία εν τη Εκκλησία, όπ. παρ., σ. 38 (και σημ. 6).
[152] Ο, σ. 490. Προσδιορίζει δε σαφώς τι εννοεί: «Η γαρ ουκ έτυχον του θείου βαπτίσματος, ή τυχόντες ουκ ορθώς, ουδέ κατά τον τύπον της ορθοδόξου Εκκλησίας αυτού έτυχον».


«Αιρετικοί» οι Λατίνοι και «αβάπτιστοι»
Με βάση τις  εκκλησιολογικές προϋποθέσεις οι Λατίνοι, ως αιρετικοί, «δεν δύνανται να τελειώσουν βάπτισμα, διότι απώλεσαν την τελεταρχικήν χάριν», όπως παρατηρεί ο άγ. Νικόδημος[167]. Δεν έχουν βάπτισμα κατά τον Νεόφυτο, διότι λείπει σ’ αυτούς «η υγιής της Τριάδος ομολογία»[168]. Έτσι το βάπτισμά των «παρεκβαίνει της πίστεως» κατά τον Μ. Βασίλειο[169], εφ’ όσον «εισάγοντες οι Λατίνοι εν τη μοναρχική Τριάδι ελληνικήν πολυαρχίαν, (είναι) άθεοι» και συνεπώς «αβάπτιστοι»[170]. Είναι όμως επίσης «αβάπτιστοι» και κατά κυριολεξία, κατά τον άγ. Νικόδημο, διότι «δεν φυλάττουσι τας τρεις καταδύσεις», και έτσι δεν έχουν το βάπτισμα της Εκκλησίας[171]. «ως μηδόλως καταδυόμενοι – παρατηρεί ο Νεόφυτος – είτ’ ουν βαπτιζόμενοι», είναι αβάπτιστοι[172]. Τα ίδια επαναλαμβάνει και ο Αθ. Πάριος[173].
Ο Κ. Οικονόμος προσθέτει περαιτέρω, ότι όπως στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας και η ελάχιστη μεταβολή καταδικάζεται από την Εκκλησία, διότι αναιρεί αυτό το ίδιο το μυστήριο, έτσι και στο βάπτισμα ούτε η ελαχίστη μεταβολή μπορεί να γίνει ανεκτή[174].


[167] Π, σ. 56. Πρβλ. Π, σ. 509, 605.
[168] Ε, σ. 139.
[169] Ε, σ. 145.
[170] Ε, σ. 142.
[171] Π, σ. 55. Είναι η θέση του Ε. Αργέντη. Βλ. T. Ware, μν. έργ., σελ. 93.
[172] Ε, σ. 127.
[173] Μ, σ. 263 ε., 265 ε. Οι Λατίνοι «είναι πάντη αβάπτιστοι και χείρους των Ευνομιανών. Ει γε εκείνοι εις τρεις μεν ουκ εβάπτιζον καταδύσεις...., εβάπτιζόν γε μην τουλάχιστον εις μίαν».
[174] Ο, σ. 441 (σημ. α’).
Οι Λατίνοι βαπτιστέοι
Οι Δυτικοί ισχυρίζονταν ότι το βάπτισμά τους καθόλου δεν διέφερε από το αποστολικό βάπτισμα. 
Ο Οικονόμος όμως απαντά ότι ούτε η «επίχυση» είναι ποτέ δυνατόν να θεωρηθεί βάπτισμα, ούτε πολύ περισσότερο ο ραντισμός. Η μεν πρώτη είναι «νεωτερισμός ακανόνιστος»[176], ο δε δεύτερος «άγραφος»[177], στερούμενος του χαρακτήρος του «κυρίου και αληθινού βαπτίσματος»[178], κατά τους αγίους Πατέρες[179]. Βεβαίως ο Οικονόμος δεν αναφέρεται εν προκειμένω στις περιπτώσεις του βαπτίσματος «της ανάγκης», τις οποίες δεν αποκλείει και αυτός, τελούμενες όμως μέσα στην Εκκλησία, σ’ αντίθεση με εκείνους που δέχονται το «βάπτισμα» οποιασδήποτε αιρέσεως και έτσι δέχονται θάνατο αντί για ζωή. Έχει κατά νουν «την χωρίς ανάγκης επειγούσης»[180] και «αυτεξούσιον», δηλαδή αυθαιρέτως καθιερωθείσα πράξη στην Δύση[181], η οποία άρχισε από τον Πάπα Στέφανο Α’ (253-257)[182], δογματίσθηκε δια της εν Τριδέντω Συνόδου (1545-1563), κατά το πνεύμα της Δύσεως να «κανονίζει» και θεσμοποιεί κάθε καινοτομία. Με κανένα τρόπο δεν μπορεί να βρει δικαίωση η καινοτομία αυτή[183], καθώς είναι πράξη «θεοστυγής»[184], επειδή καταστρέφει την θεοκέλευστη ενότητα του μυστηρίου[185]. Και κατά τον άγ. Νικόδημο, το βάπτισμα των Λατίνων είναι «ψευδώνυμον»[186]. Ο Οικονόμος σε πολλές σελίδες αναλύει, φιλολογικά, πατερικά και γραφικά, την έννοια του «βαπτίζειν», για να αποδείξει ότι η μεταφορική χρήση του δεν είναι δυνατή[187]. Στους επιμένοντες δε, ότι ταυτίζονται τα βαπτίσματα των Ορθοδόξων και Λατίνων, θέτει ο Οικονόμος το ερώτημα: «Ει το βάπτισμα των Λατίνων ισοδύναμον τω ημετέρω, διατί τούτους προσιόντας χριστέον τω θείω μύρω, ως παντάπασιν αμυρίστους; Έχουσι δε και οι Λατίνοι το μύρον του χρίσματος; Ει δε τούτο άδεκτον παρ’ ημίν (ως και πάντα τάλλα τα παρ’ αυτοίς ιερουργούμενα μυστήρια), τι μη και το βάπτισμα το δια ραντισμού;»[188].
Διατυπωνόταν, έτσι, η ένσταση, ότι και το «πολλοστημόριον» του Αγ. Άρτου «όλον εστί το σώμα του Χριστού»· συνεπώς και «η ρανίς» τους αγιασμένου ύδατος «όλην έχει του βαπτίσματος την δύναμιν». Η απάντηση του Νεοφύτου είναι η ακόλουθη: «ο μεν ηγιασμένος της ευχαριστίας άρτος και προ της μεταλήψεως και εν τη μεταλήψει και μετά την μετάληψιν, και απλώς και ουδενός μεταλαμβάνοντος, ουδέν ήττόν εστι το σώμα του Χριστού· το δε του βαπτίσματος ύδωρ, ούτε προ της καταδύσεως, ούτε μετά την κατάδυσιν, αλλ’ εν αυτή τη καταδύσει, ούτε μετά την κατάδυσιν, αλλ’ εν αυτή τη καταδύσει μόνον, είτ’ ουν χρήσει, έστι και λέγεται βάπτισμα, προ του δε και μεθ’ ο ύδωρ βαπτίσματος, ου βάπτισμα». Άλλωστε στο βάπτισμα δεν έχουμε «πόσιν» αλλά «κατακλυσμόν»[190] (κατά τον άγ. Διονύσιο Αρεοπαγίτη «ολικήν κάλυψιν»)[191].
Στο επιχείρημα, ότι το ράντισμα των Λατίνων «δια των επικλήσεων της Αγ. Τριάδος περιεκτικόν εστι αγιασμού και χάριτος», απαντά ο άγ. Νικόδημος, ότι, «δεν τελειούται το βάπτισμα δια μόνων των της Τριάδος επικλήσεων, αλλά δείται αναγκαίως και του τύπου του θανάτου και της ταφής και της αναστάσεως του Κυρίου». Η πίστη στην Αγ. Τριάδα, και όταν είναι ορθή, πρέπει να συμπληρώνεται υπό της «εις τον θάνατον του Μεσσίου πίστεως»[192]. Η απλή επίκληση της Αγ. Τριάδος δεν αγιάζει την αθέτηση πράξεως του μυστηρίου[193]. Έτσι, κατά τον άγ. Νικόδημο, «επειδή... και οι Λατίνοι δεν συμφυτεύονται με τον διφυή κόκκον Χριστόν εν τω ύδατι του βαπτίσματος, δια τούτο, ούτε το σώμα αυτών θεουργείται, ούτε η ψυχή· και απλώς ειπείν, να βλαστήσουν σωτηρίαν δεν ημπορούν, αλλά ξηραίνονται και απολύονται»[194]. Ο Κύριος, παρατηρεί ο Νεόφυτος, «ενομοθέτησε γέννησιν εξ ύδατος και πνεύματος· γεννά δε ουχ η ραντίζουσα, αλλ’ η εγκυμονούσα· και γεννάται ωσαύτως ου το ραντιζόμενον, αλλά το κυοφορούμενον έμβρυον»[195]. Το συμπέρασμα των ανωτέρω δίνεται από τον Οικονόμο κατά τον ακόλουθο τρόπο: «Άρα το λατινικόν ράντισμα, των καταδύσεων και αναδύσεων ον έρημον, ακολούθως έρημον και του τύπου του τριημερονυκτίου θανάτου και της ταφής και της αναστάσεως του Κυρίου υπάρχει... και έρημον πάσης χάριτός εστι, και αγιασμού και αφέσεως αμαρτιών»[196]
Ήταν εύλογο, βεβαίως, το ερώτημα: Γιατί δεν εκφράζεται και δια της επιχύσεως ή του ραντισμού «το ομοίωμα του θανάτου»; Η απάντηση του Οικονόμου σπονδυλώνεται στα ακόλουθα τέσσερα σημεία: α) Η καινοτομία των Λατίνων συνιστά «εξεπίτηδες» παράβαση της Κυριακής εντολής και της εκκλησιαστικής παραδόσεως· β) αντιβαίνει στη μία και κανονική αποστολική παράδοση· γ) ανατρέπει την έννοια του βαπτίζειν και δ) αντίκειται «εις το αποστολικόν ομοίωμα του θανάτου και της ταφής και της αναστάσεως του Χριστού, καθώς τούτο το ομοίωμα πάντες οι θείοι πατέρες ηρμήνευσαν»[197].
Έωλο θεωρούν οι συγγραφείς μας και το επιχείρημα, ότι το χρίσμα θεραπεύει την περί την πράξη «ατέλεια» του βαπτίσματος των Λατίνων. Το χορηγούμενο χρίσμα, λέει ο Νεόφυτος, δεν συνεπάγεται, ότι γίνεται «δεκτόν»το λατινικό βάπτισμα, καθ’ όσον το χρίσμα διακρίνεται του βαπτίσματος, καθώς αποτελεί χωριστό μυστήριο, το οποίο καθιστά μέτοχο της βασιλείας του Χριστού τον ήδη βαπτισθέντα (πρβλ. μη’ καν. Λαοδικείας). Ο μη κανονικώς βαπτισθείς, άρα, και αναγεννηθείς δεν είναι δυνατόν να γίνει «μέτοχος Χριστού εν μόνω τω χρίσματι», καθ’ όσον η αναγέννηση του ανθρώπου δεν συντελείται δια του χρίσματος, αλλά δια του βαπτίσματος, το οποίον ακριβώς «συμφύτον ποιεί (αυτόν) του ομοιώματος και του θανάτου του Χριστού» (Ρωμ. 6, 5)[198].
Συχνότατα, επίσης, διατυπωνόταν και το επιχείρημα από το βάπτισμα των λεγομένων «κλινικών»[199]. Σ’ αυτό το επιχείρημα, άλλωστε, στήριξε και την γνωστή απόφασή της η περί τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο Σύνοδος του 1932[200]. Κατά τον Αναστ. Χριστοφιλόπουλο το βάπτισμα των κλινικών ετελείτο δι’ επιχύσεως. Εν τούτοις η Εκκλησία προσέβλεπε με δυσπιστία πάντοτε προς τους δεχομένους αυτό το βάπτισμα[201], γι’ αυτό και όταν θεραπεύονταν, στερούνταν του δικαιώματος του ιεράσθαι, διότι το βάπτισμά των εθεωρείτο ατελές[202]. Βέβαια στο παραπάνω σόφισμα θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει απλώς ότι ο με οποιονδήποτε τρόπο τελούμενο βάπτισμα των κλινικών ελάμβανε χώρο όχι μέσα στην αίρεση, αλλά μέσα στην Εκκλησία! Πάντως ο Νεόφυτος στο επιχείρημα αυτό απαντά, ότι αυτό το είδος βαπτίσματος αντίκειται στον λόγο του Κυρίου, ο Οποίος «ου και δι’ επιχύσεως βαπτίζειν παρέδωκεν»[203]. Γι’ αυτό, συμπληρώνει, όπως και αν είχαν βαπτισθεί αυτοί, δηλαδή δι’ επιχύσεως ή δια ραντισμού, επιζήσαντες, «ουδέν ήττον (κρίνονταν) βαπτιστέοι»[204].
Ο Κ. Οικονόμος δίνει μια παραλλάσσουσα και γι’ αυτό πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία: «Βαπτίζοντες τους τοιούτους εξ ανάγκης κλινοπετείς... ούτ’ ερράντιζον μόνον (κατά τους Λατίνους), ούτ’ επέχεον το ηγιασμένον ύδωρ κατά της κεφαλής αυτών, αλλά περιέχεον αυτούς αμφιλαφώς, καθ’ όλους δηλονότι του σώματος (λατινιστί: perfundebant)»[205]. Αυτό το βάπτισμα δεν επαναλαμβανόταν, «ενομίζετο όμως σφραγίς ατελής»[206]. Δεν επιτρέπεται λοιπόν, κατ’ αυτόν, το βάπτισμα των κλινικών αν προσάγεται ως επιχείρημα υπέρ του ραντισμού των Λατίνων. Διότι εκείνο επετράπη «εξ ανάγκης και μερικώς», και συνεπώς «νόμον Εκκλησίας ου ποιεί»[207]. Το ράντισμα των Λατίνων όμως γίνεται «εξεπίτηδες και χωρίς ανάγκης»[208]. Επί πλέον – το και ουσιαστικότερο – το λατινικό βάπτισμα δεν είναι, ως το των κλινικών, δηλ. «περίχυσις», αλλά ραντισμός, και τελείται από ραντισμένους ιερείς, που στερούνται της ιερωσύνης, και αβάπτιστους[209]. Αν γίνει δε δεκτό το ράντισμά τους, τότε πρέπει να γίνουν δεκτά και τα υπόλοιπα μυστήρια τους, πράγμα αδύνατο, κατά τον μς’ αποστολικό κανόνα[210].
Συμπεραίνουν, έτσι, οι συγγραφείς μας, ότι το βάπτισμα των Λατίνων «παρεκβαίνει και της πράξεως και της πίστεως»[211], και έτσι καθ’ εαυτό μεν επειδή τελείται στην αίρεση, δηλαδή εκτός Εκκλησίας, είναι ανυπόστατο (μζ’ αποστολ.), κατά δε την επιστροφή των Λατίνων δεν μπορεί να γίνει κατ’ οικονομίαν δεκτό[212], επειδή είναι ατελές, όπως αποδοκιμάζεται από τον ζ’ της Β’ ως αδικαιολόγητη καινοτομία τους περί την πράξη και επίσης όπως απορρίπτεται από την Σύνοδο αυτή μαζί με το «μονοκατάδυτο» βάπτισμα των Ευνομιανών, δηλαδή ως «ατέλεστον και άπρακτον»[213]. Οι Λατίνοι εξ άλλου, αθετώντας με την καινοτομία τους αυτή την παράδοση της Εκκλησίας, είναι κατά την Ζ’ Οικουμενική (πράξη η’) «αναθεματιστέοι»[214]. Είναι δε πράγματι βαρύτατα τα ακόλουθα ερωτήματα του Οικονόμου: α) Αν το ράντισμα των Λατίνων ζητείται να γίνει κατ’ οικονομίαν δεκτό, γιατί δεν εφαρμόζουν και αυτοί την «οικονομία», «αναλαβόντες πάλιν το παρ’ αυτοίς ανέκαθεν πατροπαράδοτον και αποστολικόν, αφέντες χαίρειν τα καινοτομηθέντα;»[215]. Και συνεχίζει: β) «Είπερ ο προσερχόμενος τη Εκκλησία στέργει ολοψύχως και γνησίως πάντα τα δόγματα και μυστήρια της Ορθοδοξίας, αναθεματίζει δε πάσας τας αυτώ πατρίους κακοδοξίας, πως έπειτα κρατεί ως ορθήν την περί το βάπτισμα (την βάση της πίστεως) κακουργίαν;»[216]. Και γ) «Είπερ Εκκλησία αποδέχεται τον λίβελλον του προσιόντος, εν ω πάσας τας προτέρας αυτού κακοδοξίας ούτος αναθεματίζει, πως αν απεδέξαιτο την περί το βάπτισμα τούτου καινοτομίαν, μίαν ούσαν των αναθεματιζομένων κακοδοξιών;»[217].
Τα ερωτήματα αυτά του Οικονόμου έλαβαν μετά 100 και πλέον έτη από της διατυπώσεώς των, την ακόλουθη απάντηση από την Β’ Βατικανή Σύνοδο: «Δύναταί τις να τελέση το μυστήριον του βαπτίσματος δια καταδύσεως ή δι’ επιχύσεως. Η βάπτισις δια καταδύσεως είναι η πλέον ενδεδειγμένη μορφή, ως δηλούσα τον θάνατον και την ανάστασιν του Χριστού. Κατά την παρ’ ημίν κρατούσαν συνήθειαν γενικώς το μυστήριον του βαπτίσματος θα τελήται δι’ επιχύσεως»!...[218]
Μετά τα παραπάνω είναι ευνόητο, γιατί οι συγγραφείς μας υποστηρίζουν ότι οι Λατίνοι δεν μπορούν να τεθούν στην κατηγορία των Αρειανών και Μακεδονιανών, ώστε να καταστεί δυνατή η εφαρμογή και σ’ αυτούς της οικονομίας της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, εφ’ όσον «ούθ’ όλως καταδύονται, είτ’ ουν βαπτίζονται, ραντίζονται δε», κατά τον Νεόφυτο. Αν το ράντισμα τους ισχύσει ως βάπτισμα, τότε «πάσα ανάγκη ή δύο τιθέναι βαπτίσματα, ή εν τιθεμένους, το της τριττής καταδύσεως αθετείν»[219]. Και ο Οικονόμος στο σημείο αυτό παρατηρεί, ότι «οι Λατίνοι... χωλαίνουσιν... αμφοτέραις ταις ιγνύαις περί την ορθήν του βαπτίσματος ιεροπραξίαν, άλλως τε και περί τας τρεις αναδύσεις και καταδύσεις, ας οι του Αρείου και Μακεδονίου παίδες ετέλουν γνησίως κατά την αποστολικήν παράδοσιν»[220]. Κατά τον Αθανάσιο Πάριο, μάλιστα, οι Λατίνοι βρίσκονται σε χειρότερη θέση και από αυτούς τους Ευνομιανούς, οι οποίοι διατηρούσαν τουλάχιστον τη μία κατάδυση[221]. Ως εκ τούτου, κατά την επιγραμματική διατύπωση του Παρίου, «οι από Λατίνων επιστρέφοντες αναντιρρήτως, απαραιτήτως και αναγκαίως πρέπει να βαπτίζωνται»[222].
Βεβαίως η στάση έναντι των Λατίνων δεν σημαίνει ότι αθετείται το δόγμα «ομολογώ εν βάπτισμα». «Ούμενουν, ουδαμώς», απαντά σχετικώς ο Οικονόμος[223]. «Οι αιρετικοί, τελούμενοι τα ημέτερα – όπως λέει ο Νεόφυτος -, ουκ αναβαπτίζονται, αλλά βαπτίζονται»[224], επειδή, όπως λέει ο άγ. Νικόδημος, «το βάπτισμα αυτών ψεύδεται το όνομα αυτού»[225]. Γι’ αυτό «τους αλλοίόν τε και μη κατά θεσμός ειληφότας (βάπτισμα) βαπτίζουσιν οι κανόνες, καταστρέφοντες ουχί το εν και μόνον αληθινόν, αλλά παν ετεροφυές και ψευδώνυμον ανθρώπων εύρεμα»[226]. Ο (ανα) – βαπτισμός συνεπώς των Λατίνων δεν έχει την έννοια να τους καταστήσει απλώς μέλη της Εκκλησίας, αλλά πρωτίστως να πραγματοποιήσει σ’ αυτούς την αναγέννηση, την οποία αδυνατεί το ράντισμα να τους μεταδώσει.


[176] Ο, σ. 398.
[177] Ο, σ. 436.
[178] Ο, σ. 430.
[179] Ο Μ. Αθανάσιος μιλώντας πρώτος, είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά, κατεδίκασε το «ράντισμα» των αιρετικών. Λόγος Β’ Κατ’ Αρειανών, §43, P. G. 26, 237 Β· «... ώστε και τον ραντιζόμενον παρ’ αυτών ρυπαίνεσθαι μάλλον εν ασεβεία ή λυτρούσθαι». Ο Οικονόμος σημειώνει: «Ταύτα δ’ αποφηνάμενος ο θείος Πατήρ, άρα γε ου φαίνεται οίον προορατικώς προλαβών και κατακρίνας ως άκυρον και το ράντισμα το λατινικόν;», Ο, σ. 424. Άλλων Πατέρων τις απόψεις βλ. στου Ο, σ. 425 ε. Πρβλ. Π, σ. 52 ε.ε.
[180] Ο, σ. 398. Είναι καρπός της «παπικής αυτογνωμοσύνης». Ο, σ. 449.
[181] Ο, σ. 424, 450/51.
[182] Ο, σ. 448 ε., 452.
[183] Ε, σ. 147 κ’. Αντίκειται όχι μόνο στη εκκλ. Παράδοση (Πράξ. κεφ. η’, ζ’ της Β’, ιθ’ της Α’ κ.λπ.), αλλά προ πάντων στο «διττόν του Χριστού Βάπτισμα, το τε εν Ιορδάνη» και «το δια σταυρού», όπως και στην «εν τάφω κατάθεσιν, ης τύπος το δια τριών καταδύσεων Βάπτισμα».
[184] Ο, σ. 424, 485. Κατά τον Νεόφυτο η επίχυση είναι «εναγής», το δε «ράντισμα» «μιαρόν», Ε, σ. ιζ’.
[185] Ο, σ. 454.
[186] Π, σ. 55, 56.
[187] Ο, σ. 401 ε., 406 ε.ε., όπου και τα επιχειρήματα των αντιφρονούντων.
[188] Ο, σ. 456. Σε μια διεξοδική ανάλυση ο Οικονόμος διατυπώνει τις διαφορές μεταξύ «βαπτιζομένου» και «ραντιζομένου». Έτσι: α) πρώτος «ενθάπτεται ως νεκρός εν τάφω», «και πάλιν ανίσταται» εις «μίμησιν του Κυρίου. Ο δεύτερος «επιβρεχόμενος, ίσταται όρθιος» και «ούτε καταβαίνει, ούτε πάλιν αναβαίνει... ως εκ του τάφου». β) Ο α’ «δια του ιδίου σώματος την τριήμερον ταφήν και ανάστασιν εξεικονίζει». Ο β’ «αυτός μεν ουδαμώς εξεικονίζει το μυστήριον», μη μετέχοντας στο γεγονός καθ’ αυτό. Δια δε του ραντισμού υφίσταται «αλλόκοτον και παρά φύσιν... ενταφιασμόν». γ) Ο α’ «έχει τον τάφον... εις ον... καταβαίνει». Ο β’ «φέρει τον τάφον οίον επικείμενον επί κεφαλής, κακείθεν κατερχόμενον μέχρι ποδών, ου τι αν γένοιτο ψευδέστερον;». Βεβαίως είναι αδύνατον ν’ αποφύγει ο Οικονόμος την κατηγορία, ότι μ’ αυτές τις διακρίσεις σχολαστικίζει. Ζητεί όμως ν’ αποκαταστήσει σαφή την ακόλουθη αλήθεια: «Και απλώς η επίχυσις ουκ έχει ουδαμή ουδαμώς το ομοίωμα του θανάτου του Χριστού, ουδέ σύμφυτος αυτώ γίνεται ο επιχεόμενος». Ο, σ. 482ε., (σημ.).
[190] Ε, σ. 147 ις.
[191] Περί της εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, κεφ. β’, VIII P. G. 3, 397 Β.
[192] σ. 65.
[193] Ο, σ. 438. Πρβλ. Ο, σ. 424.
[194] Π, σ. 65.
[195] Ε, σ. 147 ις’.
[196] Ο, σ. 482 ε.
[197] Ο, σ. 482 (σημ.).
[198] Ε, σ. 147 ιγ’.
[199] Αρχαιότερη αναφορά βρίσκεται στον άγ. Κυπριανό, Epist. 76, 12-13, Ad Magnum P. L. 3, 1195/6.
[200] Βλ. Θεοκλ. Στράγκα, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών, τ. Δ’, εν Αθήναις 1972, σ. 1844-1847. Κριτική της αποφάσεως βλ. στου Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα..., ένθ’ ανωτ. σ. 191/192.
[201] Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, ένθ’ ανωτ. σ. 114 και σημ. 2.
[202] Βλ. καν. Ιβ’ Νεοκαισαρείας και μζ’ Λαοδικείας. Ο, σ. 415 ε.
[203] Ε, σ. 147 ις’.
[204] Ε, σ. 147 ις’, 147 ιθ’.
[205] Ο, σ. 414 ε. Πρβλ. αγ. Κυπριανού, Epist. 76, Ad Magnum, ένθ’ ανωτ.
[206] Ο, σ. 414..
[207] Ο, σ. 416.
[208] Ο, σ. 417.
[209] Στο ίδιο.
[210] Ε, σ. 417 θ’. Πρβλ. σ. 89ε., Ο, σ. 492: «Ει δ’ εφαρμοσθήσεται και τούτοις το της οικονομίας, και η χειροτονία, οίμαι, δεχθήσεται...», διότι κατά τον Νεόφυτο, «τω δεκτώ του αιρετικού βαπτίσματος συνεισάγεται ομολόγως και ο βαπτίσας κεχειροτονημένος». Ε, σ. 147 κβ’.
[211] Ε, σ. 145.
[212] Π, σ. 55. «Το των Λατίνων βάπτισμα είναι ψευδώνυμον βάπτισμα, και δια τούτο, ούτε κατά τον λόγον της ακριβείας είναι δεκτόν, ούτε κατά τον λόγον της οικονομίας». Το ίδιο δέχεται και ο Οικονόμος: «Πως ημείς δεξόμεθα τους μηδόλως βαπτισθέντας;». Ο, σ. 489. Πρβλ. Αθαν. Πάριος, Μ, σ. 263. Είναι και τούτο θέση του Ε. Αργέντη. Βλ. T. Ware μν. έργ. σ. 90.
[213] Ο, σ. 424, 449, 499. Πρβλ. Νεόφυτον Ε, σ. 147 οδ’, 147 ιζ’.
[214] Ε, σ. 147 ιζ’.
[215] Ο, σ. 457. Ανάλογα γράφει και ο άγ. Νικόδημος, Π, σ. 304 ε.
[216] Ο, σ. 491. Πρβλ. Αθ. Πάριον· Μ, σ. 264. «Με ποίαν συνείδησιν δέχεται ο ανατολικός ως βεβαπτισμένος τον υπό της αυθεντίας του Πνεύματος αποφασιζόμενον όλως αβάπτιστον;».
[217] Ο, σ. 455. Πρβλ. Αθ. Πάριον, Μ, σ. 264.
[218] Βλ. Ε. Σημαντηράκη, Η παρά Ρωμαιοκαθολικοίς τελετουργία, όπ. π., σελ. 134.
[219] Ε, σ. 147 ζ’, πρβλ. σ. 131.
[220] Ο, σ. 445.
[221] Μ, σ. 265.
[222] Μ, σ. 263. Πρβλ. Νεόφυτο, Ε, σ. 127, 143. Π, σ. 589, 605.
[223] Ο, σ. 425. Πρβλ. σ. 486. Το ίδιο διεκήρυττε και ο Ευστρ. Αργέντης. Βλ. T. Ware μν. έργ. σ. 97.
[224] Ε, σ. 128, 143.
[225] Π, σ. 58.
[226] Ο, σ. 426. Το «αναβαπτίζειν» λέγεται πολλές φορές καταχρηστικά – παρατηρεί ο Οικονόμος – «ως εκ του βαπτίσματος δηλονότι, όπερ είχον καθ’ εαυτούς και αυτοί οι αιρετικοί, καίπερ κίβδηλον και ψευδές και μηδέ βάπτισμα κυρίως ον». Ορθότερο άρα είναι το «βαπτίζειν», «ως ενός και μόνου του αληθινού βαπτίσματος όντος, εις ο πιστεύομεν, και μηδέποτε δευτερουμένου». Ο, σ. 421, σημ. α’.


 Ο άγιος Μάρκος ρητώς εντάσσει τους Λατίνους, ως αιρετικούς, στην ομάδα των από τον ζ’ της Β’ μνημονευομένων αρχαίων αιρετικών. Αν δε φαίνεται να καταφάσκει την δια μύρου, δηλ. κατά τον τρόπο των Αρειανών και Μακεδονιανών, αποδοχή τους, τούτο οφείλεται, κατά τον Οικονόμο, στο ότι μέχρι της εν Τριδέντω Συνόδου (ις αι.) – ακόμη και του ιη’ αιώνα – σωζόταν στην Δύση και «ο αποστολικός τύπος» του βαπτίσματος. Έτσι συντάχθηκε και ο άγ. Μάρκος με την οικονομική αποδοχή των Λατίνων: α) προς αποφυγή από άκριτο ζήλο, ή από άγνοια, επαναλήψεως του ενός βαπτίσματος και β) χάριν συγκαταβάσεως προς προειδοποίηση της ενώσεως. Έτσι ο Άγιος εφαρμόζει μερικώς τον ζ’ της Β’ επί των Λατίνων, δεχόμενος αυτούς, «ως να έσωζαν τον τύπο του αποστολικού βαπτίσματος»[257].
 Μετά τη Φλωρεντία
Ο Νεόφυτος και οι υπόλοιποι δίνουν πάνω στο θέμα αυτό μία πιο ρεαλιστική ερμηνεία. Αίτιο της ατολμίας των δικών μας μετά την άλωση να αποκαλέσουν τους Λατίνους αιρετικούς και να καταδικάσουν το «βάπτισμα» των ήταν – κατ’ αυτούς – ο φόβος, από την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην ανατολή. «Δια μόνην δειλίαν» το απέφευγαν, λέγει ο Νεόφυτος. Και επικαλείται την ακόλουθη μαρτυρία του Γ. Σχολαρίου: Ουκ έστι γαρ ημέτερον εν τοσαύτη πενία και ασθενεία πραγμάτων προσηγορίας επιτιθέναι τοιαύτας Εκκλησία τοσούτον εχούση κράτος...».Αυτός ήταν ο πρώτος λόγος, δεν αποκλείει όμως ο Νεόφυτος και την «ελπίδα της διορθώσεως» των Λατίνων, δηλ. της επιστροφής των[268].
Αναλόγως απαντά και ο άγ. Νικόδημος:. Ενώ η ορθόδοξη Ανατολή στέναζε κάτω από τον ζυγό της δουλείας, «ο παπισμός ήκμαζε, και όλας τας δυνάμεις των βασιλέων της Ευρώπης είχεν εις τας χείρας του, το δε βασίλειον το ιδικόν μας έπνεε τα λοίσθια. Όθεν ήτο ανάγκη, αν η οικονομία αυτή δεν εγίνετο, να εγείρη τα λατινικά γένη ο Πάπας κατά των Ανατολικών»[272]. Συνεπώς και προ της πτώσεως της Βασιλευούσης, αλλά και μετά απ’ αυτήν η πολιτική κατάσταση επέβαλλε την αποφυγή ερεθισμού με κάθε μέσο της εχθρικής απέναντι στην ορθοδοξία Δύσεως. Πολιτικά έτσι και όχι εκκλησιαστικά κριτήρια είχαν εδώ την πρωτοπορεία. Γι’ αυτό συμπεραίνει:           «Της οικονομίας παρελθούσης, οι αποστολικοί κανόνες πρέπει να έχουν τον τόπο τους»[273]. Τούτο σημαίνει ότι κατά την εποχή του (ιη’ αι.) η Δύση δεν μπορούσε να απειλήσει πολιτικώς το γένος, που βρισκόταν κάτω από την τουρκική κυριαρχία και άρα ουδείς λόγος υπήρχε, ώστε να δειλιάζει τούτο μπροστά στους Δυτικούς.
Παρόμοια απάντηση δίνει και ο Αθαν. ο Πάριος: «Οι την φερομένην συνοδικήν διάταξιν του 1484 προβάλλοντες, την μύρω δεχομένη τους από Λατίνων επιστρέφοντας, ου συνίασιν, ότι οικονομία οι τότε χρώμενοι, δια τον βρασμόν του παπισμού και την τυραννίαν ούτως ετύπωσαν». «Νυν – παρατηρεί και αυτός – ο της οικονομίας παρήλθε καιρός... και ουκ έτι καθ’ ημών ισχύει η παπική μανία»[274].
Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, παρ’ ότι δέχεται την «συγκαταβατικήν διάγνωσιν» του Μάρκου του Ευγενικού, τάσσεται «κατ’ ακρίβειαν» υπέρ της βαπτίσεως των Λατίνων[278].
 Η απάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου Γ’ προς τον τσάρο Μ. Πέτρο κατά το έτος 1718, δηλαδή «δια μόνου χρίσματος» αποδοχής των Λατίνων, απέβλεπε μόνον στην εν Ρωσία κατάσταση και «την εσωτερικήν ειρήνην του... πολυεθνούς εκείνου κράτους της Ορθοδοξίας»[279].
Την βάπτιση των Λατίνων αποφάσισε και επέβαλε, τελικώς, η επί Κυρίλλου Ε’ Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (1755)[280], παρά την απόφαση του 1484. ο Όρος της συνόδου, υπογραφείς και από τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, εξακολουθεί να είναι η τελευταία επίσημη απόφαση, για το ζήτημα, της Ορθοδόξου Εκκλησίας[281]. Ως προς την εφαρμογή του δε κατά τον ιη’ αιώνα σημειώνει ο Νεόφυτος: «Σημειούσθω δε μοι επί τούτοις, της ερχομένης γενεάς ένεκα», ότι, ως προς τους Λατίνους, ενώ «ο Εφέσσου» «υπεσταλμένως» και ο «Σμύρνης αναφανδόν εβάπτιζε», ο Κύριλλος ο Ε’ όρισε «πάντας βαπτίζεσθαι». Μετά δε τον Κύριλλο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σωφρόνιος Β’ (1774-1780) «συνάμα Λατίνοις και τους εξ Αρμενίων, Αρειανούς τε φημί και Νεστοριανού, αυτός τε προσερχομένους εν τη Μεγάλη Εκκλησία παρρησία βαπτίζει, και τους απανταχού τα αυτά ποιείν τω καθ’ εαυτόν υποδείγματι παρεσκεύασε»[282]. Και είναι γνωστό ότι και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Προκόπιος (1785-1789) εφάρμοσε τον Όρο και στους επιστρέφοντες Ουνίτες το 1786 [283].


[257] Ο, σ. 503, 504.
[268] Ε, σ. 146. ΠΡβλ. το λόγο του Συλβέστρου Συροπούλου: «... Ημείς εσμεν άνθρωποι δεδουλωμένοι εις τους Λατίνους και ουχ ευρήσει παραδοχήν ο ημέτερος λόγος».Vera Historia, κεφ. στ’, τμ. Ια’. Παρά V. Laurent, Les «Memoires» de Sylvestre Syropoulos sur le Concile de Florence, Paris 1971, σελ. 534/6.
[272] Π, σ. 56.
[273] Π, σ. 57.
[274] Μ, σ. 267/8. Βεβαίως διατυπώθηκε και αντίθετη γνώμη. Π.χ. ο π. T. Ware γράφει σχετικά: «Neither of these councils (δηλ. 1484 εν Κων/λει και 1667 εν Μόσχα) was exposed to foreign pressure or acted from those fear of papist reprisals; why then did they reach conclusions so different from those of Argenti;». Μν. έργ. Σ. 95. Είναι τούτο βέβαιο; Και αν ακόμη υπήρχαν άμεσοι κίνδυνοι, ήταν χωρίς σημασία η κρατούσα, τουλάχιστον στην Βαλκανική, κατάσταση; Βλ. παρακάτω την ερμηνεία του Οικονόμου και γι’ αυτή την περίπτωση.
[278] Ο, σ. 509. «Ότι οι μη βαπιζόμενοι εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις (χωρίς αναγκαίας αιτίας) κινδυνεύουσιν είναι αβάπτιστοι. Όθεν και οι Λατίνοι, οι το βάπτισμα ποιούντες ραντισμώ θανασίμως αμαρτάνουσι». Δωδεκάβιβλος, σ. 525. Παρά Ο, σ. 509.
[279] Ο, σ. 509/10.
[280] Ο, σ. 477 ε.ε., 510 ε.ε. Ο «Όρος» της Συνόδου αυτής (Ιούλιος 1755) επικράτησε να χρονολογείται το 1756, διότι τότε δημοσιεύθηκε τύποις για πρώτη φορά στο έργο «Ραντισμού Στηλίτευσις» (σ. ρογ’ – ροστ’). (Ανατύπωση στου Mansi, μν. έργ., τόμ. 38, στ. 617-22. Βλ. και στο Παράρτημα της παρούσας μελέτης). Το έργο «Ραντισμού Στηλίτευσις» εθεωρείτο παλιότερα ότι γράφτηκε από τον Ε. Αργέντη (βλ. π.χ. Ο, σ. 477, 511) είναι όμως μάλλον έργο Χριστοφόρου του Αιτωλού. Βλ. T. Ware, μν. έργ., σ. 99.
[281] Στ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, (μετάφρ. Νικολ. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 619. Ο Ράνσιμαν χαρακτηρίζει τον «Όρον» «αποτέλεσμα ειλικρινούς πεποιθήσεως».
[282] Ε, σ. 147 κε’.
[283] Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά..., τ. ΙΙ, σ. 984, σημ. 4.


Περισσότερο όμως χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η περίπτωση του Κυρίλλου Ε’ (1750 κ.ε.). και μόνον το γεγονός, όπως ελέχθη ότι ο Πατριάρχης αυτός τόλμησε να αθετήσει τη συνοδική απόφαση του 1484, δείχνει πόσο λίγο είχε γίνει δεκτή αυτή από την ορθόδοξη συνείδηση. Συνήθως προβάλλεται το επιχείρημα ότι η στάση των Ορθοδόξων απέναντι στους Λατίνους σκληρυνόταν στην περίοδο οξύνσεως των παθών, εξ αιτίας του από την Δύση πολιτικού κινδύνου. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι ο Κύριλλος προέβη στην απόφασή του σε περίοδο όχι ιδιαίτερης έντασης, και μάλιστα εξ αφορμής ομαδικής προσχωρήσεως Λατίνων του Γαλατά στην Ορθοδοξία[290]. Θεωρούμε σκόπιμο να επιμείνουμε λίγο στην περίπτωση αυτή.
Περί του Πατριάρχου Αντιοχείας, που δεν υπέγραψε τον Όρο του 1755, γράφει ο ίδιος ιστορικός: «... Θα έκανε το ίδιο, αν δεν βρισκόταν στην Ρωσία για να κάνει έρανο, και δεν είχε καταληφθεί ο θρόνος τους από ένα σφετεριστή κατά την απουσία του»[296]. Και όσο αφορά στον Αργέντη, ο Runciman δέχεται ότι ήταν «θεολόγος με πάθος», υποστηρίζοντας από θεολογικά κίνητρα τον αναβαπτισμό, αλλ’ ότι «δεν βρήκε συμπάθεια στους κύκλους των διανοουμένων»[297].
Έτσι [σ.σ. οι  εχθροί του Πατριάρχη Κύριλλου] συνηγορούν υπέρ της διατηρήσεως της κρατούσας πράξεως, της αποδοχής τους δηλαδή δια μύρου και λιβέλλου[304]. Η επιδίωξή των, να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την κρατούσα ησυχία, φαίνεται απ’ όσα γράφουν εναντίον κάποιου βιβλίου του Χριστοφόρου του Αιτωλού ( Ραντισμού Στηλίτευσις;).
Τα επίσημα κείμενα δεν προδίδουν καμιά ιδιαίτερη όξυνση στις σχέσεις με τους Λατίνους, γι’ αυτό και θεωρήθηκε ως «κεραυνός εν αιθρία» η ενέργεια του Πατριάρχη. Γι’ αυτό τα επιχειρήματα των αντιπάλων του είναι αναλογικά κυρίως καιρικά – περιστασιακά και λιγότερο θεολογικά. Κυριαρχεί σ’ αυτά ο φόβος για την πρόκληση ταραχών, λόγω της προσβολής των δυτικών. Κανένα λόγο δεν έβλεπαν οι Μητροπολίτες για σκλήρυνση της στάσεως έναντι των Δυτικών. Αντιθέτως έκριναν απολύτως αναγκαία τη διατήρηση της ειρήνης και της ησυχίας τους. Εκφράζοντας έτσι, σε ομοφωνία με τους προκρίτους και άρχοντες, την αντίθεσή τους στην αδικαιολόγητη ενέργεια του Κυρίλλου, αισθάνονται να εξυπηρετούνται με την απόφαση της Συνόδου του 1484…  [306] ανακριβώς βεβαίως, όπως είδαμε παραπάνω. Οπότε προκύπτει το ερώτημα: ποια τα κίνητρα του Κυρίλλου; Ο,τιδήποτε άλλο βέβαια παρά κάποια προηγηθείσα ένταση στις σχέσεις με τους δυτικούς. Ο Πατριάρχης όμως, εκφράζοντας άλλη παράδοση, δηλ. αυτήν που περιγράφηκε προτήτερα, από τους Κολλυβάδες και τον Οικονόμο, και έχοντας μόνον ως αφορμή την αυθόρμητη αίτηση των Λατίνων του Γαλατά να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία, κινήθηκε για λόγους πρωτίστως θεολογικούς στη γνωστή απόφασή του. Άλλωστε οι ορθόδοξοι ιερείς του Γαλατά ήταν εκείνοι, οι οποίοι έθεσαν το ερώτημα στον Κύριλλο, «ει άρα μύρω χρίεσθαι τους Λατίνους προσιόντας τη αμωμήτω του Χριστού Εκκλησία, ή βαπτίζειν αυτούς, ως όλως το βάπτισμα του Κυρίου αθετήσαντας...»[307]. Τούτο βεβαιώνει ότι η αμφιβολία περί του εγκύρου του λατινικού «βαπτίσματος» ήταν ευρέως διαδεδομένη, παρά τους ανωτέρω λόγους των Μητροπολιτών. Ο Κύριλλος απλώς επέτρεψε στους ιερείς «βαπτίζειν τους προσιόντας... Λατίνους ως αβαπτίστους»[308]. Το γεγονός αυτό κατά πρώτον αποδεικνύει περίτρανα ότι η απόφαση του 1484 ποτέ δεν είχε γίνει καθολικά δεκτή, όπως και οι συγγραφείς μας παραπάνω υποστήριξαν. Και η ανάμιξη του Ευστρ. Αργέντη στην υπόθεση αυτή είναι η μεγαλύτερη απόδειξη, ότι χωρίς θεολογικές – δογματικές προϋποθέσεις η ενέργεια του Κυρίλλου είναι ακατανόητη, δεδομένου ότι και οι αντιφρονούντες Μητροπολίτες ήταν «σφοδρότατοι αντιπαπισταί»[309], προτιμούσαν όμως χάριν της ειρήνης να υποστηρίζουν την μετριοπάθεια. [σ.σ. δειλία  παρά τον Νεόφυτο]
…Ποτέ η Εκκλησία της Ελλάδος – σύμφωνα με την εκκλησιολογία της – δεν εθεώρησε έγκυρο «καθ’ εαυτό» το βάπτισμα των αιρετικών, εφ’ όσον μυστήρια, αγιαστικά και σωτήρια, δεν υπάρχουν έξω από το σώμα του Χριστού, την μία και αληθινή Εκκλησία.
Αυτό λοιπόν που ως τεχνικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί, επί τη βάσει της διδασκαλίας των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων, την οποία σαφέστατα και πληρέστατα εκθέτουν οι συγγραφείς μας, η οικονομία κατά την επιστροφή (= είσοδο) στην Ορθοδοξία Λατίνων και γενικά των Δυτικών χριστιανών, μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο στην περίπτωση, που κάποια χριστιανική Ομολογία τελεί το βάπτισμα με τριπλή κατάδυση και ανάδυση κατά την αποστολική και πατερική μορφή του. Όταν όμως αυτό δεν γίνεται, αλλ’ αντίθετα, παρά την γνώση μάλιστα της αληθείας, ακολουθείται κακόδοξα η καινοτομία του ραντισμού ή της επιχύσεως (πρβλ. σχετική απόφαση της Β’ Βατικανής), η εφαρμογή της ακριβείας κρίνεται επιβεβλημένη. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, που τα πάντα σχετικοποιούνται, ακόμη και στον εκκλησιαστικό χώρο, η εμμονή στην παράδοση των Αγίων είναι η ουσιαστικότερη αντίσταση στον γενικό κατήφορο, έστω και αν μια τέτοια στάση χλευάζεται ως «φανατική» και «στερουμένη αγάπης».


[290] Βλ. Ο, σ. 477. Αίνου Γερμανού, μν. έργ., σ. 310. Ε. Σκουβαρά, μν. έργ. σ. 52. διεξοδική έκθεση στο ζήτημα βλ. στο έργο του Φιλαρ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία..., τόμος Γ2, Εν Αλεξανδρεία 1928, σ. 146 ε.ε.
[296] Στο ίδιο. Και ο T. Ware (μν. έργ. Σ. 76) δέχεται ότι ο Πατριάρχης Αντιοχείας αρνήθηκε να υπογράψει, «not because he disagreed with the definition as such, but because Cyril lacked the support of his Metropolitans».
[297] Ράνσιμαν, σελ. 616.
[304] Mansi, τ. 38, στ. 611Α-613Α.
[306] Mansi, τ. 38, στ. 613 CD.
[307] Ε. Σκουβαρά, όπ. π., σελ. 52.
[308] Στο ίδιο.
[309] Ε. Σκουβαρά, όπ. π., σελ. 53.


† Πολλών όντων των μέσων, δι’ ων της σωτηρίας ημών αξιούμεθα και τούτων, ως ειπείν, κλιμακηδόν αλληλενδέτων και αλληλουχουμένων όντων, άτε δη πάντων προς το αυτό τέλος αφορώντων, πρώτον εστι το τοις ιεροίς Αποστόλοις θεοπαράδοτον βάπτισμα, οία δη των λοιπών τούτου χωρίς απρακτούντων· «εάν γαρ τις μη γεννηθή, φησίν, εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών»[336]· έδει και γαρ αναγκαίως, της πρώτης γεννήσεως επί τον θνητόν τουτονί βίον παραγαγούσης τον άνθρωπον, γέννησιν ετέραν εξευρεθήναι και τρόπον μυστικώτερον, μήτε από φθοράς ανερχόμενον, μήτε εις φθοράν καταλήγοντα, δι’ ου γένοιτ’ αν ημίν δυνατόν μιμήσασθαι τον αρχηγόν της σωτηρίας ημών Ιησούν Χριστόν. Το γαρ εν τη κολυμβήθρα ύδωρ του βαπτίσματος εν τάξει μήτρας λαμβάνεται, και τόκος τω τικτομένω γίνεται, η φησιν ο Χρυσόστομος[337]· το δε εν τω ύδατι επιφοιτών Πνεύμα εν τάξει Θεού το έμβρυον διαπλάττοντος· και ώσπερ εκείνος μετά την εν τάφω κατάθεσιν τριταίος επί την ζωήν ανεφοίτησεν, ούτως οι πιστεύοντες, αντί της γης, το ύδωρ υποδυόμενοι, εν τρισί καταδύσεσι την τριήμερον εαυτούς χάριν της Αναστάσεως εξεικονίζουσιν[338], αγιαζομένου του ύδατος τη επιφοιτήσει του παναγίου Πνεύματος, ως αν τω μεν φαινομένω ύδατι το σώμα φωτίζοιτο, τω δε αοράτω Πνεύματι τον αγιασμόν η ψυχή λήψαιτο· ως γαρ το εν τω λέβητι ύδωρ της του πυρός μεταλαμβάνει θερμότητος[339], ούτω το εν τη κολυμβήθρα ύδωρ τη ενεργεία του Πνεύματος εις θείαν μεταστοιχειούται δύναμιν, καθαίρον μεν και υιοθεσίας αξιούν τους ούτω βαπτιζομένους, τους δε άλλως πως τελουμένους, αντί καθάρσεως και υιοθεσίας ακαθάρτους και σκότους υιούς αποφαίνον.
Επειδή τοιγαρούν προ χρόνων ήδη τριών ζήτημα ανεφύη, ει τα παρά την παράδοσιν των αγίων Αποστόλων και θείων Πατέρων και παρά την συνήθειαν και διαταγήν της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας επιτελούμενα βαπτίσματα των αιρετικών δεκτά εστι, προσερχομένων ημίν, ημείς, άτε θείω ελέει τη ορθοδόξω Εκκλησία εντραφέντες, και τοις κανόσι των ιερών Αποστόλων και θείων Πατέρων επόμενοι, και μίαν μόνην γινώσκοντες την ημετέραν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν, και ταύτης τα μυστήρια, επομένως και το θείον βάπτισμα, αποδεχόμενοι, τα δε υπό των αιρετικών, όσα μη ως το Πνεύμα το άγιον τοις ιεροίς Αποστόλοις διετάξατο και η Εκκλησία του Χριστού μέχρι της σήμερον ποιεί, επιτελούμενα, εφευρέματα ανθρώπων διεφθαρμένων όντα, ως αλλόκοτα και της αποστολικής όλης παραδόσεως αλλότρια γινώσκοντες, αποστρεφόμεθα κοινή διαγνώσει. Και τους εξ αυτών ημίν προσερχομένους ως ανιέρους και αβαπτίστους δεχόμεθα, επόμενοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ, τω τοις μαθηταίς αυτού εντειλαμένω βαπτίζειν «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[340] τοις τε ιεροίς και θείοις Αποστόλοις, διαταττομένοις[341] εν τρισί καταδύσεσι και αναδύσεσι τους προσερχομένους βαπτίζειν και εν εκάστη των καταδύσεων εν όνομα επιλέγειν της αγίας Τριάδος· τω τε ιερώ και ισαποστόλω Διονυσίω, λέγοντι «τρις εν κολυμβήθρα ύδωρ και έλαιον ηγιασμένα εχούση τον προσερχόμενον παντός αμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, την τρισσήν της θείας μακαριότητος επιβοήσαντα υπόστασιν, και ευθύς τω θεουργικωτάτω μύρω τον βαπτισθέντα επισφραγίζειν, και μέτοχον αποφαίνειν λοιπόν της ιεροτελεστικωτάτης ευχαριστίας»[342], τη τε δευτέρα[343] και πενθέκτη[344] αγίαις Οικουμενικαίς Συνόδοις, διαταττομέναις τους μη βαπτιζομένους εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις και εν εκάστη των καταδύσεων μίαν επίκλησιν των θείων υποστάσεων μη επιβοώντας, αλλ’ άλλως πως βαπτιζομένους, ως αβαπτίστους προσδέχεσθαι τη Ορθοδοξία προσιόντας.
Τούτοις τοίνυν τοις θείοις και ιεροίς διατάγμασιν επόμενοι και ημείς, τα μεν των αιρετικών βαπτίσματα, ως απάδοντα και αλλότρια της αποστολικής θείας διατάξεως και ύδατα ανόνητα, ως ο ιερός Αμβρόσιος και ο μέγας φησίν Αθανάσιος, και αγιασμόν μηδένα παρέχοντα τοις ταύτα δεχομένοις, και προς κάθαρσιν αμαρτημάτων ουδέν ωφελούντα, απόβλητα και αποτρόπαια ηγούμεθα. Τους δ’ εξ αυτών αβαπτίστως βαπτιζομένους ως αβαπτίστους αποδεχόμεθα, προσερχομένους τη ορθοδόξω πίστει, κι ακινδύνως αυτούς βαπτίζομεν, κατά τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, οις αραρότως επιστηρίζεται η αγία του Χριστού και αποστολική και καθολική Εκκλησία, η κοινή μήτηρ πάντων ημών. Και επί ταύτη τη κοινή ημών διαγνώσει και αποφάνσει σφραγίζομεν τον Όρον ημών τούτο, ταις αποστολικαίς και συνοδικαίς διαταγαίς συνάδοντα, διαβεβαιούντες αυτόν δι’ ημετέρων υπογραφών.
Εν έτει σωτηρίω αψνε’.
† Κύριλλος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και οικουμενικός πατριάρχης.
† Ματθαίος ελέω Θεού πάπας και πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας και κριτής της Οικουμένης.
† Παρθένιος ελέω Θεού πατριάρχης της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης.
Ο Όρος αυτός δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1756 στο έργο «Ραντισμού Στηλίτευσις», σ. ρογ’ – ρος’. Έκτοτε ανατυπώθηκε πολλές φορές. Βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος ΙΙ, Εν Αθήναις 1953, σ. 989-991, απ’ όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.


[336] Ιωάνν. 3, 5.
[337] P. G. 59, 153.
[338] Πρβλ. και Γρηγόριον Νύσσης, Migne P.G. 46 585.
[339] Πρβλ. και Κύριλλον Αλεξανδρείας, Migne P.G. 73, 245.
[340] Ματθ.. 28, 19.
[341] Αποστ. Κανών 50.
[342] Περί Εκκλ. Ιεραρχ. ΙΙ, 7. P.G. 3, 396.
[343] Κανών 7.
[344] Κανών 95.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.