Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Οι Ορθόδοξοι πατέρες της Εκκλησίας της Μολδαβίας στην γραμμή του πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση​


λήψη.jpg
Χαιρετισμός εκ μέρους των μη μνημονευόντων Πατέρων  
από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Μολδαβίας
Χαιρετάμε την παρούσα Διορθόδοξη Σύναξη, ευχόμενοι η ευλογία του Θεού να κατέλθει στους εδώ συνελθόντες για να ομολογήσουν την αιώνια Αλήθεια, η οποία αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους για τη σωτηρία τους. Είθε ο αγαθός Θεός να κατευθύνει τους νους μας, έτσι ώστε, σε ομοφωνία με τους Πατέρες της Εκκλησία όλων των εποχών, να προσφέρουμε στον Θεό μας δόξα, τιμή και προσκύνηση διά της ορθής ομολογίας της ορθόδοξης πίστης μας
.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι η αίρεση είναι ένα άλλο είδος αθεΐας, ομοιάζοντας τους διακηρύττοντές της με τους άπιστους. Για τέτοιους ανθρώπους ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «μηδεὶς ὑμᾶς ἀπατάτω κενοῖς λόγοις· διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας. μὴ οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν» (Προς Εφεσίους 5:6-7). Επίσης, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέει ότι κανένας ορθόδοξος χριστιανός, ανεξαρτήτως αν είναι κληρικός ή λαϊκός, δεν πρέπει να είναι αδιάφορος όταν αλλοιώνεται η καθολική πίστη μας, αλλά να αγωνίζεται, διότι ο Θεός θα του ζητήσει λόγο αν μείνει αδιάφορος: «ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ πένης πάσης ἀπολογίας ἐστέρηται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, μὴ τανῦν λαλῶν ὡς κριθησόμενος καὶ διὰ τοῦτο μόνο»[1]. Οπότε, ακούγοντας αυτούς τους λόγους, να ενθαρρυνόμαστε ακόμα περισσότερο για όσα έχουμε μπροστά μας και, προσπαθώντας να μην είμαστε αδιάφοροι για τα θέματα της πίστεως, ας κάνουμε έτσι ώστε η μη κοινωνία μας με όσους βλασφημούν την ορθόδοξη διδασκαλία να είναι ενεργούσα και θεραπεύουσα. Σήμερα, όταν οι αιρετικές διδασκαλίες σκίζουν τη μαχόμενη Εκκλησία, εμείς να παραμένουμε στην Αλήθεια, με το έλεος του Κυρίου, διότι «χωρὶς τούτου οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάννου 15:5). Επίσης, επιθυμούμε την ένωση όλων των ορθοδόξων, για την οποία προσευχόμαστε, φροντίζουμε και για την οποία ήρθαμε σήμερα στη Θεσσαλονίκη στους εν Χριστώ αδελφούς μας.
Καταθέτοντας σήμερα τη μαρτυρία μας ενώπιόν σας για όσα μας έχουν συμβεί και για την κατάσταση των πραγμάτων στα μέρη από όπου ήρθαμε, πρέπει να ξεκινήσουμε λέγοντας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας, στην οποία ανήκουμε, συμμετείχε ενεργά στην Οικουμενική Κίνηση, τόσο πριν την ψευδοσύνοδο της Κρήτης, όσο και μετά.
Ήδη το 1961 το Πατριαρχείο Μόσχας εντάχτηκε στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) και άρχισε να ενέχεται ενεργά σε οικουμενιστικές ενέργειες, τόσο στο πλαίσιο αυτής της αιρετικής οργάνωσης, όσο και εκτός αυτής. Επίσης, εκτός από τα πολλά οικουμενιστικά κείμενα του ΠΣΕ, τα οποία εγκρίθηκαν ή και συντάχθηκαν με τη συμβολή των Ορθοδόξων Εκκλησιών, το Πατριαρχείο Μόσχας συμφώνησε με τη χορήγηση των θείων Μυστηρίων στους καθολικούς και λιποβάνους Ρώσους, συμμετείχε σε διάφορες οικουμενιστικές συνελεύσεις με μονοφυσίτες, παπικούς, προτεστάντες, μουσουλμάνους, Εβραίους κλπ. και ενέκρινε σε συνοδικό επίπεδο οικουμενιστικά κείμενα, όπως το κείμενο «Οι βασικές αρχές της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας ενώπιον της ετεροδοξίας» και τα προσυνοδικά κείμενα της ψευδοσυνόδου της Κρήτης.
Σας παρουσιάζουμε εν συντομία την οικουμενιστική πορεία, την οποία ακολουθεί το Πατριαρχείο Μόσχας:
1961 – Το Πατριαρχείο Μόσχας εντάσσεται στο ΠΣΕ.
1969, 16 Δεκεμβρίου – Η απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας για την αποδοχή των καθολικών και λιποβάνων στη θεία Κοινωνία (η απόφαση καταργήθηκε όμως μερικά χρόνια αργότερα).
1975 – Η αντιπροσωπεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας υπογράφει τη Δήλωση των Ορθοδόξων Εκπροσώπων στη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Ναϊρόμπι.
1982 – Το κείμενο «Βάπτιση, Ευχαριστία, Ιεροσύνη» (Baptism, Eucharist, Ministry) του ΠΣΕ.
1986 – Η Έκθεση της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Οικουμενική Κίνηση», Σαμπεζύ.
1988 – Η Έκθεση της Διάσκεψης των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και των Προχαλκηδονίων Εκκλησιών.
1991 – Η Δήλωση των ορθοδόξων εκπροσώπων στη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καμπέρα (ο αρχηγός της αντιπροσωπείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας ήταν τότε ο Μητροπολίτης Κύριλλος Γκουντεάεφ, ο νυν Πατριάρχης Μόσχας).
1993 – Η Δήλωση του Μπαλαμάντ.
2000 – Η έγκριση του κειμένου «Οι βασικές αρχές της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας για την ετεροδοξία», στο οποίο επαινείται η Δήλωση του Τορόντο, του 1950.
2001 – Ο Οικουμενικός Χάρτης (Charta Oecumenica) του ΠΣΕ.
2006 – Το κείμενο της διάσκεψης κορυφής των θρησκευτικών αρχηγών στη Μόσχα.
2013 – Η Δήλωση Ενότητας του Μπουσάν (ΠΣΕ).
2016 – Τα προπαρασκευαστικά κείμενα για τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο».
Η αντίδρασή μας, άρνησης των οικουμενιστικών κειμένων και ενεργειών, ξεκίνησε το 2006, όταν συντάχθηκε η τελική απόφαση της διάσκεψης κορυφής των θρησκευτικών αρχηγών στη Μόσχα (όπου ισχυρίστηκε ότι έχουμε έναν κοινό Θεό με όλους τους συμμετέχοντες στη διάσκεψη, δηλαδή, με τους Εβραίους, τους μουσουλμάνους, τους βουδιστές, ινδουιστές, και με τους διάφορους ειδωλολάτρες και αιρετικούς). Η διάσκεψη κορυφής διοργανώθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας, με τη ψήφο και έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, και στην ουσία με την έγκριση όλων των ιερέων της Εκκλησίας της Ρωσίας, οι οποίοι από τον άμβωνα διάβασαν την ποιμαντική εγκύκλιο του Πατριάρχη Αλεξίου τα Χριστούγεννα του 2007. Η αντίδραση εκδηλώθηκε υπό τη μορφή των ανοικτών επιστολών προς τους αρχιερείς και την Ιερά Σύνοδο και των ημερίδων εναντίον του οικουμενισμού και της συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας στις διάφορες οικουμενιστικές ενέργειες.
Η Εκκλησία της Ρωσίας συμμετείχε ενεργά και στην προετοιμασία της λεγομένης κακόφημης «Πανορθόδοξης Συνόδου» της Κρήτης. Σε αυτές τις περιστάσεις, το διάστημα 21-22 Ιανουαρίου 2016, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κισινέφ και Μολδαβίας, του κ. Βλαδιμήρου, διοργανώθηκε στο Κισινέφ το διεθνές θεολογικό συνέδριο με τίτλο «Η Πανορθόδοξη Σύνοδος μεταξύ ελπίδας και ανησυχίας», προσεγγίζοντας γενικότερα το θέμα του διαθρησκευτικού συγκρητισμού. Παρουσιάστηκαν εισηγήσεις θεολόγων από διάφορες χώρες, από την Ελλάδα, Ρωσία, Ουκρανία, Ρουμανία, Μολδαβία, Γεωργία, και τιμώμενος προσκεκλημένος και ομιλητής ήταν ο Πατήρ Θεόδωρος Ζήσης, Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Στην τελική απόφαση του συνεδρίου τονίστηκε ότι η Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία επρόκειτο να συνέλθει, διοργανώθηκε με ένα λαθραίο, ανορθόδοξο πνεύμα, λόγο για τον οποίο ζητήθηκε καλύτερα να ακυρωθεί αυτή η Σύνοδος παρά να εισαγάγει μια διδασκαλία ξένη προς την Εκκλησία. Και, στην περίπτωση που τελικά θα ελάμβανε χώρα, ζητήθηκε η Εκκλησία της Ρωσία να μην συμμετέχει σε αυτήν. Το κείμενο των πορισμάτων του συνεδρίου, το οποίο υπογράφηκε από 44 ιερείς, 70 μοναχούς και παραπάνω από 1400 λαϊκούς, υποβλήθηκε στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κισινέφ και Πάσης Μολδαβίας, κύριο Βλαδίμηρο, ο οποίος, με τη σειρά του το κατέθεσε στη διάθεση του Μητροπολίτη Ιλαριών Αλφέγιεφ και όλων των αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για το θέμα.
Διευκρινίζουμε ότι εκείνη τη στιγμή τα προπαρασκευαστικά κείμενα της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» δεν είχαν ακόμα δημοσιευτεί, παρόλο που οι προετοιμασίες για τη Σύνοδο διήρκησαν δεκαετίες, και μέχρι τη διεξαγωγή της (Ιούνιο 2016) είχαν μείνει μόνο μερικούς μήνες. Τα προπαρασκευαστικά κείμενα δημοσιεύτηκαν μόνο τις 28 Ιανουαρίου και, δυστυχώς, αποδείχτηκαν ότι οι φόβοι σχετικά με αυτή την Σύνοδο ήταν απόλυτα δικαιολογημένοι.
Αμέσως μετά τη δημοσίευση των προπαρασκευαστικών κειμένων για την Πανορθόδοξη Σύνοδο κυκλοφόρησε μια σειρά θεολογικών αναλύσεων και αρνητικών αντιδράσεων στα κείμενα εκ μέρους κάποιων ιεραρχών, ιερέων και θεολόγων. Από τον κύριο Καθηγητή Δημήτριο Τσελεγγίδη ζητήθηκε να γράψει μια θεολογική ανάλυση των προπαρασκευαστικών κειμένων, ανάλυση η οποία υποβλήθηκε σε όλους τους επισκόπους της Εκκλησίας της Ρωσίας ακριβώς πριν την συνέλευση της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας (2-3 Φεβρουαρίου 2016), στην οποία συμμετείχαν 315 αρχιερείς. Στην εν λόγω συνέλευση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ρωσίας όχι μόνο ότι αγνοήθηκαν τα πορίσματα του θεολογικού συνεδρίου του Κισινέφ και όλες της αναλύσεις επί των προπαρασκευαστικών κειμένων (περιλαμβανομένης και της ανάλυσης του κυρίου Τσελεγγίδη), αλλά υιοθετήθηκε και το κείμενο «Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας (2-3 Φεβρουαρίου 2016)», στο οποίο εγκρίθηκε η αίρεση του οικουμενισμού με την έγκριση όλων των ενεργειών, οι οποίες διεξάχθηκαν στο πλαίσιο των προετοιμασιών της Πανορθόδοξης Συνόδου, η οποία επρόκειτο να συνέλθει τις 18-27 Ιουνίου 2016 στη Κρήτη, Ελλάδα, κατά τις εορτές της Πεντηκοστής (βλ. τα άρθρα 1-4 της Απόφασης). Το άρθρο 3 του εν λόγω συνοδικού κειμένου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας διευκρινίζει: «Τα μέλη της Ιεράς Συνόδου επιβεβαιώνουν ότι, στην παρούσα μορφή, τα προπαρασκευαστικά κείμενα για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δεν παραβαίνουν την ακεραιότητα της ορθόδοξης πίστεως και δεν εκτρέπονται από την κανονική παράδοση της Εκκλησίας».
Παρόλο που, τελικά, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσία δεν συμμετείχε στη Σύνοδο της Κρήτης, πάντως, με την ομόφωνη έγκριση των προπαρασκευαστικών κειμένων για την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» της Κρήτης και την αποδοχή του πνεύματος των κειμένων από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας, ελλείψει μιας ζωντανής διαμαρτυρίας εκ μέρους εκείνων που θα έπρεπε να φυλάσσουν την Ορθοδοξία – δηλαδή των επισκόπων – η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας απέκτησε πλήρη συμμετοχή στη διαπραττομένη ανομία της ψευδοσυνόδου.
Λίγο μετά τη συνέλευση της Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, κάποιοι από τους ιερείς, οι οποίοι συμμετείχαν στη συνέδριο του Κισινέφ τις 21-22 Ιανουαρίου 2016, επισκέφτηκαν τον Μητροπολίτη Κισινέφ και Μολδαβία, τον κύριο Βλαδίμηρο, και, αφού του παρουσίασαν μια εκτενή θεολογική ανάλυση των προπαρασκευαστικών κειμένων, του ζήτησαν να αποσύρει την ψήφο που έδωσε στην Ιεραρχία και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την αναθεώρηση των εν λόγω κειμένων. Αγνοήθηκαν τα αιτήματα των ιερέων. Λίγες μέρες αργότερα, στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, έγινε η συνάντηση του Πατριάρχη Μόσχας, Κυρίλλου, και του Πάπα Ρώμης, Φραγκίσκου, στο αεροδρόμιο της Αβάνας. Η συνάντηση είχε ως αφορμή τους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών της Εγγύς Ανατολής, όμως στην κοινή δήλωσή τους, την οποία υπέγραψαν και οι δύο και η οποία περιέχει 30 άρθρα, γίνεται μια κοινή ευλογία, πράγμα το οποίο απαγορεύεται κατηγορηματικά από τους Ιερούς Κανόνες, και στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι οι δύο θρησκευτικοί αρχηγοί είναι «αδελφοί ἐν χριστιανικῇ πίστει» και γίνεται λόγος «διά την εξαιτίας της ανθρωπίνης αδυναμίας και αμαρτωλότητας απώλεια ενότητας»[2], και ούτως αποδίδεται στους παπικούς εκκλησιολογικό χαρακτήρα.
 Έχοντας υπόψη μας όλα τα παραπάνω, το επόμενο λογικό βήμα για την αμόλυντη διατήρηση της δικής μας ομολογίας της Ορθόδοξης Πίστεως και για να επιστήσουμε την προσοχή στις πολύ σοβαρές εκτροπές των αρχιερέων μας από την ίδια την ουσία της εκκλησιαστικής τους διακονίας, αλλά και για να επιστρέψουν οι ίδιοι στην τάξη των Ιερών Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τις 14 Φεβρουαρίου 2016, δύο μοναστήρια και μια ομάδα ιερέων από τη Μητρόπολη Κισινέφ και Πάσης Μολδαβίας της Εκκλησίας της Ρωσίας, αποφάσισαν να διακόψουν τη μνημόνευση του τοπικού ιεράρχη βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου Κωνσταντινοπόλεως, καθώς και σε συμφωνία με ολόκληρη τη διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τη συμμετοχή σε αίρεση και με τους διακηρύττοντές της.
Η αναδρομή των γεγονότων μετά τη διακοπή μνημόσυνου
α΄. Προς το παρόν, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας δεν αποδέχτηκε τη Σύνοδο της Κρήτης ως πανορθόδοξη, επειδή η Σύνοδος δεν αντανάκλασε την πανορθόδοξη ενότητα, εφόσον απουσίασαν τέσσερεις Τοπικές Εκκλησίες, αλλά όχι και επειδή σε αυτή τη σύνοδο νομοθετήθηκε και θεσμοθετήθηκε η οικουμενιστική αίρεση σε πανορθόδοξο επίπεδο. Από την άλλη, οι οικουμενιστικές ενέργειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας συνεχίζουν ανενόχλητα σε όλα τα επίπεδα μέχρι σήμερα, γι΄αυτό διαπιστώνουμε ότι η άρνηση της αναγνώρισης της ψευδοσυνόδου της Κρήτης δεν σημαίνει και άρνηση της οικουμενιστικής αίρεσης.
β΄. Ο πόνος μας αυξήθηκε ακόμα περισσότερο όταν μάθαμε για τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας στην ΙΔ΄ Ολομέλεια του θεολογικού Διαλόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τη λεγόμενη ρωμαιοπαπική «Εκκλησία», στο Κιέτι της Ιταλίας, κατά το διάστημα 15-22 Σεπτεμβρίου 2016, όπου έγιναν κανονικές εκτροπές, συμπροσευχές, καθώς και η καθιέρωση της οικουμενιστικής αίρεσης στην τελική απόφαση της ολομέλειας.
γ΄. Με πολλή λύπη, παρακολουθώντας τις ενέργειες της διοίκησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, στην κανονική δικαιοδοσία της οποίας βρίσκεται και η τοπική Εκκλησία της Μολδαβίας, είναι ανάγκη να πούμε ότι στην Εκκλησία της Ρωσίας η αποστασία διαδίδεται με βιασύνη, ακόμα και μετά τη Σύνοδο της Κρήτης, εφόσον στις αναφερθέντες εκτροπές προστίθεται και το ότι στις 18 Οκτωβρίου 2016 ο Πατριάρχης Κύριλλος απόνεμε το Μετάλλιο του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ στον λεγόμενο «Αρχιεπίσκοπο» της Αγγλικανής «Εκκλησίας», Justin Welby, ο οποίος χειροτονεί ως επισκόπους γυναίκες και ομοφυλόφιλους. Ούτως, η Εκκλησία της Ρωσίας αποδίδει εκκλησιαστικό χαρακτήρα στον θεσμό, τον οποίο διευθύνει αυτός, χωρίς να αναφέρουμε και τις συμπροσευχές και άλλες εκτροπές κανονικής και δογματικής φύσεως, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ρωσίας σε αυτή τη συνάντηση στη Μεγάλη Βρετανία.
δ΄. Προσθέτουμε και τις επίσημες και δημόσιες κοινές λειτουργικές τελετές, οι οποίες εκτελέστηκαν από αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας μαζί με τους λεγόμενους «αρχιερείς» της δυτικής παπικής ή προτεσταντικής «Εκκλησίας».
ε΄. Η δημόσια και ευρεία συμμετοχή των αρχιερέων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας στα εγκαίνια των τζαμιών, συμμετοχή που παρουσιάζεται επαινετικώς, και οι συμπροσευχές που γίνονται σε τέτοιες εκδηλώσεις.
Με την παρούσα ευκαιρία, θεωρούμε ότι χρειάζεται να μοιραστούμε μαζί σας κάτι από την εμπειρία μας σχετικά με τη διακοπή μνημόσυνου και τον τρόπο με τον οποίο ενεργήσαμε και κρίναμε τα πράγματα, έχοντας υπόψη μας ότι διακόψαμε την κοινωνία με τους επισκόπους μας εδώ και παραπάνω από ένα χρόνο. Σας παρακαλούμε να δεχτείτε επιεικώς την εμπειρία μας, διότι, παρόλο που, σε ό, τι πράξαμε, προσπαθήσαμε να ακολουθήσουμε τις διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας, πάντως, αν σφάλαμε σε κάτι, ελπίζουμε ότι αυτό δεν θα είναι προς τον σκανδαλισμό, αλλά μαθαίνοντας για το λάθος μας, να ωφεληθούμε όλοι. Οπότε, το διάστημα κατά το οποίο διακόψαμε το μνημόσυνο:  
1.        Διατηρήσαμε την επικοινωνία με τους επισκόπους μας, προτρέποντάς τους προς τη δημόσια ορθόδοξη ομολογία.
2.        Προς τη χαρά μας, λίγο μετά που διακόψαμε το μνημόσυνο, ο Επίσκοπος του Ουγγένι και Νισπορένι, κ. Πέτρος, με τον οποίο κρατήσαμε την επικοινωνία, έκανε μια δημόσια ομολογία εναντίον του οικουμενισμού. Παρόλο που ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος του Ουγγένι και Νισπορένι, κ. Πέτρος, παρέμεινε σε κοινωνία με τους οικουμενιστές αρχιερείς, εμείς ελπίζουμε ότι, εφόσον έδωσε το καλό παράδειγμα και σε άλλους αρχιερείς με ορθόδοξο φρόνημα, θα εφαρμόσει την ομολογία που έκανε και θα διακόψει την κοινωνία με όσους πράττουν την ανομία του οικουμενισμού.
3.        Δεν μείναμε αδιάφοροι προς την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας και συνεχίσαμε να απευθυνόμαστε στη διοίκηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, στην Ιερά Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, στους αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, στα θεολογικά ιδρύματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας, με το αίτημα να καταδικάσουν την οικουμενιστική αίρεση υπό όλες τις μορφές της.
4.        Το διάστημα αυτό, κατά το οποίο περιοριστήκαμε από την οικουμενιστική αίρεση, δεν έχουμε προβεί σε ένταξη στην δικαιοδοσία ενός άλλου επισκόπου, διότι ελπίζουμε ότι θα συνέλθει μια αληθινή Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα καταδικάσει την αίρεση του οικουμενισμού και θα λύσει και τα διοικητικά και κανονικά προβλήματα, τα οποία έχουν προέλθει ως συνέπεια της διάδοσης της αιρετικής διδασκαλίας.
5.        Έχουμε ενημερώσει τους Χριστιανούς για το επίπεδο αποστασίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας με όλα τα δυνατά μέσα: διαδίκτυο, εφημερίδες, ημερίδες, ομιλίες από τον άμβωνα και ιδιωτικές συζητήσεις.
6.        Το δικό μας παράδειγμα αποστασιοποίησης από την αίρεση και η δημόσια καταδίκη της είναι πολύ αποδεικτικά για τους Χριστιανούς. Εκτός από αυτά, τους προτρέπουμε όλους τους ευσεβείς Χριστιανούς να μελετούν τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων σχετικά με την κοινωνία με τους αιρετικούς, έτσι ώστε ο καθένας να κάνει μια εκούσια επιλογή, την οποία να αναλάβει σύμφωνα με την ορθόδοξη του συνείδηση, αν, δηλαδή, μπορεί ή όχι να παραμένει σε κοινωνία με τους οικουμενιστές.
7.        Εμείς δεχόμαστε όλους τους Χριστιανούς που ομολογούν ορθοδόξως, αν και ακόμα εκκλησιάζονται σε εκκλησίες όπου μνημονεύονται οι οικουμενιστές αρχιερείς, και τους δίνουμε χρόνο για να καταλάβουν και να μπουν στο νόημα των πραγμάτων σχετικά με τη λυπηρή εκκλησιαστική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Θεωρούμε ότι η μέλλουσα Πανορθόδοξη Σύνοδος θα πρέπει να οριοθετήσει τις διαφορές μεταξύ οικονομίας και ακρίβειας σε αυτό το θέμα.
8.        Θεωρούμε ότι το συλλείτουργό μας με τους ιερείς, οι οποίο ομολογούν ορθοδόξως, αλλά δεν έχουν διακόψει το μνημόσυνο του τοπικού επισκόπου τους, ο οποίος κηρύττει και έχει κοινωνία με τον οικουμενισμό, εντάσσεται στα όρια, τα οποία έχουν χαράξει οι Άγιοι Πατέρες, ιδιαιτέρως στις Επιστολές του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη (π.χ. Ἐπιστολή 49 Ναυκρατίῳ τέκνῳ[3]).
9.        Δεν απομονωθήκαμε από όσους συνεχίζουν να μνημονεύουν τους επισκόπους τους, αλλά κρατάμε την επαφή με όλους τους κληρικούς και λαϊκούς, οι οποίοι επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για την ενέργειά μας, και έχουνε μαζί τους συζητήσεις και διάλογο στο θέμα της διακοπής μνημόσυνου και της αίρεσης.
10.        Θεωρούμε ότι αυτόν τον καιρό μεγάλης δοκιμασίας για τους ορθοδόξους είναι πολύ σημαντικό «σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Εφεσίους 4:3) και να προσπαθήσουμε, πάνω απ’ όλα, να παραμένουμε πιστοί στον Χριστό, αποφεύγοντας προσωρινά την προσέγγιση των θεμάτων που δεν έχουν άμεση σχέση με τη διδασκαλία πίστεως, αλλά θα μπορούσαν να προκαλέσουν διαίρεση.
Επίσης, θέλουμε να μάθουμε πιο είναι το βραχυπρόθεσμο, το μεσοπρόθεσμο και το μακροπρόθεσμο σχέδιο σε ό, τι αφορά τον αντιοικουμενιτικό αγώνα.
Επιδιώκεται να δημιουργηθεί μια καινούρια δικαιοδοσία;
Θα γίνει μια ανακατανομή του κανονικού εδάφους;
Ή δεν θα δημιουργηθεί μια άλλη δικαιοδοσία εκτός από τις 15 Τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες αναγνωρίζονται κανονικώς, και συγχρόνως, διατηρώντας την επαφή και την ευχαριστιακή κοινωνία σε πανορθόδοξο επίπεδο με όσους έχουν διακόψει το μνημόσυνο, θα συνεργαζόμαστε με όσους είναι διαθέσιμοι για συνεργασία και θα προτρέπουμε προς την καταδίκη του οικουμενισμού και την ορθόδοξη ομολογία από τις Τοπικές Εκκλησίες, αλλά και σε πανορθόδοξο επίπεδο με την σύγκληση μιας Συνόδου;
Σε όλους τους συμμετέχοντες σε αυτό το διορθόδοξο συνέδριο ευχόμαστε ο Θεός να τους φωτίσει και να τους καθοδηγήσει τα βήματα «ἐν παντὶ ...ἔργῳ ἀγαθῷ» (Β΄ Θεσσ. 2:17), προς τη δόξα του Θεού. Συγχρόνως, ελπίζουμε ότι το παρόν συνέδριο θα συζητήσει από πατερική και από επιστημονική και θεολογική άποψη την πρακτική της διακοπής μνημόσυνου των αιρετικών αρχιερέων, θα καταδικάσει την ψευδοσύνοδο της Κρήτης και όλες τις εκκλησιολογικές αιρέσεις και τις ενέργειες, οι οποίες ονομάζονται γενικά «οικουμενιστική παναίρεση», και θα δώσει πατερικές απαντήσεις στα προβλήματα, τα οποία εν μέρη τα έχω περιγράψει σε αυτό το μήνυμα χαιρετισμού.
Σας ευχαριστούμε για τον ζήλο και όλη την προσπάθεια που υποβάλλετε για την υπεράσπιση της Ορθής Πίστεως. Σας είμαστε ευγνώμονες και σας ευχόμαστε να έχετε πάντοτε την ευλογία του Θεού σε όλα όσα πράττετε.
Ζητώντας τις ευχές σας,
Η αντιπροσωπεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Μολδαβίας.

[1] Ἐπιστολή (81) Παντολέοντι Λογοθέτη,  PG 99, 1321Α.Β.
[3] PG 99, 1084-1089.
  Κατάνυξις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.