Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Οι Ιεροί Κανόνες για τη συμπροσευχή με αιρετικούς




Oὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι. 

 Οι Ι. Κανόνες της Εκκλησίας, με οικουμενικό κύρος, που αναφέρονται στην απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς είναι: 

1.       Κανών Ι” των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις ακοινωνήτω, καν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω»
2.       Κανών ΙΑ΄ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις καθηρημένω, κληρικός ων, κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός».
3.      Κανών ΜΕ” των Αγ. Αποστόλων: «Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως Κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω»
4.       Κανών ΞE” των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Κληρικός, ή Λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω»
 
5.       Κανών ΟΑ” των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Χριστιανός έλαιον απενέγκοι εις ιερόν εθνών, ή εις συναγωγήν Ιουδαίων εν ταις εορταίς αυτών, ή λύχνους άπτοι, αφοριζέσθω»
6.       Κανών ΣΤ” της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Περί του, μη συγχωρείν τοις αιρετικοίς εισιέναι εις τον οίκον του Θεού, επιμένοντας τη αιρέσει»
7.       Κανών  Θ” της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Περί του, μη συγχωρείν εις τα κοιμητήρια, ή εις τα λεγόμενα μαρτύρια πάντων των αιρετικών απιέναι τους της Εκκλησίας, ευχής ή θεραπείας ένεκα, αλλά τους τοιούτους, εάν ώσι πιστοί, ακοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοούντας δε, και εξομολογουμένους εσφάλθαι, παραδέχεσθαι»
8.       Κανών ΛΒ” της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον, ή ευλογίαι»
9.       Κανών  ΛΓ” της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι«
10.   Κανών ΛΔ” της εν Λαοδικεία Συνόδου. Ότι ου δεί πάντα χριστιανόν εγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστού και απιέναι προς τους ψευδομάρτυρας, τουτέστιν αιρετικών, ή αυτούς προς τους προειρημένους αιρετικούς γενομένους· Ούτοι γαρ αλλότριοι του Θεού τυγχάνουσιν. Έστωσαν ουν ανάθεμα οι απερχόμενοι προς αυτούς.
11.   Κανών ΛΖ” της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί παρά των Ιουδαίων ή αιρετικών τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς»
12.   Κανών Θ” του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: «Ερώτησις. Ει οφείλει Κληρικός εύχεσθαι, παρόντων Αρειανών, ή άλλων αιρετικών; ή ουδέν αυτόν βλάπτει, οπόταν αυτός ποιή την ευχήν, ήγουν την προσφοράν; Απόκρισις. Εν τη θεία αναφορά ο Διάκονος προσφωνεί προ του ασπασμού. «Οι ακοινώνητοι περιπατήσατε.» Ουκ οφείλουσιν ουν παρείναι, ει μη αν επαγγέλλωνται μετανοείν και εκφεύγειν την αίρεσιν» 
Στους πιο πάνω κανόνες θα πρέπει να προστεθούν και  οι: 
13.   Κανών β’ της εν Αντιοχεία Συνόδου: «Πάντας τους εισιόντας εις την Εκκλησίαν και των ιερών Γραφών ακούοντας, μη κοινωνούντας δε ευχής άμα τω λαώ ή αποστρεφομένους την αγίαν μετάληψιν της ευχαριστίας κατά τινα αταξίαν, τούτους αποβλήτους γίνεσθαι της Εκκλησίας, έως αν εξομολογησάμενοι και δείξαντες καρπούς μετανοίας και παρακαλέσαντες τυχείν δυνηθώσι συγγνώμης, μη εξείναι δε κοινωνείν τοις ακοινωνήτοις, μηδέ κατ” οίκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοις μη τη εκκλησία συνευχομένοις, μηδέ μη συναγομένοις. Ει δε φανείη τις των επισκόπων, ή πρεσβυτέρων, ή διακόνων, ή τις του κανόνος τοις ακοινωνήτοις κοινωνών, και τούτον ακοινώνητον είναι, ως αν συγχέοντα τον κανόνα της Εκκλησίας«.
14.   Κανών Α” της Δ” Οικουμενικής  Συνόδου, (επικυρώνει τους Κανόνες των εν Λαοδικεία και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων και του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας)
15.   Κανών Β” της ΣΤ” Οικουμενικής Συνόδου, (επικυρώνει τους Αποστολικούς  Κανόνες, τους κανόνες των εν Λαοδικεία και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων και του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας).
16.   Κανών Α” της Ζ” Οικουμενικής Συνόδου (επικυρώνει τους Αποστολικούς  Κανόνες, τους κανόνες των εν Λαοδικεία και Αντιοχεία Τοπικών Συνόδων και του Αγ. Τιμοθέου Αλεξανδρείας).
Από την απλή παράθεση των Κανόνων γίνονται σαφή  τα εξής:
1.      Για τους Πατέρες είναι ιδιαίτερα κρίσιμο από πνευματικής απόψεως το θέμα της επικοινωνίας με αιρετικούς στα πλαίσια της προσευχής και της Θ. Λατρείας. Αυτό είναι εμφανές από το μεγάλο αριθμό των κανόνων που διαπραγματεύονται το θέμα αυτό.
2.      Το θέμα της συμπροσευχής με αιρετικούς απασχολεί διαχρονικά την Εκκλησία. Γι’ αυτό και οι σχετικοί απαγορευτικοί κανόνες καλύπτουν χρονικά ολόκληρη την περίοδο που συντασσόταν το Κανονικό Δίκαιό της.
3.      Προφανώς οι παραβάσεις των κανονικών αυτών διατάξεων ήταν συχνές. Η Εκκλησία όμως εμμένει, επανέρχεται και επαναδιατυπώνει τις ίδιες απαγορεύσεις.
4.      Οι κανονικές διατάξεις είναι σαφείς, απόλυτες και κατηγορηματικές στην απαγόρευση συμμετοχής σε κοινή προσευχή και λατρεία με αιρετικούς ή σχισματικούς.

   Όταν ο Κανόνας  Ι” των Αγίων Αποστόλων επιβάλλει αφορισμό σε όποιον «καν εν οίκω συνεύξηται», με ακοινώνητον (αιρετικό ή αφορισμένο),  προφανώς εννοεί την απλή συμπροσευχή και όχι την τέλεση Θ. Λειτουργίας,  διότι τέλεση Θ. Λειτουργίας εν οίκω απαγορεύεται αυστηρά σύμφωνα με τον Κανόνα  ΝΗ” της εν Λαοδικεία ΣυνόδουΆρα με το «καν εν οίκω συνεύξηται» εννοεί οποιαδήποτε απλή συμπροσευχή.  Ο παραβαίνων αυτόν τον κανόνα «αφοριζέσθω»!
   Ο Κανόνας ΜΕ” των Αγίων Αποστόλων είναι σαφής και αντιδιαστέλλει πλήρως την απλή συμπροσευχή με αιρετικούς  από την τέλεση οποιασδήποτε ιερατικής πράξεως, άρα και Θ. Ευχαριστίας: «Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως Κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω». Άλλωστε περί της «Θ. Ευχαριστίας» των αιρετικών αναφέρεται ο επόμενος Κανόνας ΜΣτ’ των Αγ. Αποστόλων, ο οποίος προστάζει ότι όποιος Κληρικός την αποδεχθεί να καθαιρείται, διότι «τις γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου».
   Όταν ο κανών ΞΔ” των Αγίων Αποστόλων απαγορεύει την είσοδο σε Ιουδαϊκή ή αιρετική σύναξη με σκοπό την προσευχή («προσεύξασθαι»), δεν εννοεί ασφαλώς τη συμμετοχή σε κοινή Θ. Ευχαριστία και σε «κοινό Ποτήριο», διότι στην Ιουδαϊκή Συναγωγή ποτέ δεν τελείται Θ. Ευχαριστία, ούτε μπορεί να υπάρξει   «κοινό Ποτήριο»!  Ασφαλώς εννοεί την απλή προσευχή και αυτή απαγορεύει.
Εκτός της ανωτέρω απλής προσεγγίσεως των ιδίων των κειμένων των Ι. Κανόνων, όλοι οι έγκριτοι κανονολόγοι αναγνωρίζουν ότι κατά ακρίβεια με βάση τους Ι. Κανόνες δεν επιτρέπεται όχι μόνο η συμμετοχή σε κοινή προσευχή, όταν τελείται η Θ. Ευχαριστία, αλλά ούτε και οποιαδήποτε απλή προσευχή, από οιονδήποτε Ορθόδοξο κληρικό ή λαϊκό. Ενδεικτικά αναφέρω:
o  Θεόδωρος  Βαλσαμών (πατριάρχης Αντιοχείας):
         «Εκλαβού το συνεύξασθαι εις το απλώς κοινωνήσαι, και το ημερώτερον διατεθείναι επί τη ευχή του αιρετικού. Τους γαρ τοιούτους ως μύση (βδέλυγμα) βδελύττεσθαι, ου μην οικειούσθαι οφείλομεν».
        «Σαφής ο κανών. Ου γαρ συγχωρεί τοις αιρετικοίς επιμένουσι τη αιρέσει συνεκκλησιάζειν μετά Ορθοδόξων».
       «Ακούων δε του κανόνος του λέγοντος ακοινωνήτους είναι τους επισκόπους και λοιπούς ιερωμένους τους συνευχομένους τοις ακοινωνήτοις, μη είπης εξ αντιδιαστολής ανευθύνους είναι τους  λαϊκούς παρά τον κανόνα ποιούντας. Και ούτοι γαρ αφορισθήσονται κατά τον Ι΄ Αποστολικόν Κανόνα τον μη διαστέλλοντα κληρικούς και λαϊκούς».
       «Αιρετικός, εστί … ο μικρόν γουν εκκλίνων της Ορθοδόξου πίστεως. Επεί γουν πάντες οι απαριθμηθέντες εις την παρούσαν ερώτησιν (Λατίνοι, Αρμένιοι, Μονοθελήτες, Νεστοριανοί), ου δια μικρόν τι αλλά δια πλάτος μέγα δυσδιεξίτητον εκ της των Ορθοδόξων Εκκλησίας απεξενώθησαν, πάντως ουδέ χάριν αναδοχής παίδων πνευματικών, μεσιτευομένης δι’  αγίων ευχών και αγιασμάτων πολλών, ημίν συγκοινωνήσουσιν, ίνα μη και αυτοί ακοινωνησία κατακριθώμεν κατά τον κανόνα τον λέγοντα ο κοινωνών ακοινωνήτω και αυτός ακοινώνητος εστίν».
        ΙΕ΄ ερώτησις του Αγιωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Κυρίου Μάρκου: «ακινδύνως ιερουργήσει τις ή συνεύξεται μετά αιρετικών, Ιακωβιτών δηλαδή και Νεστοριανών, εις Εκκλησίαν αυτών, είτε μην και ημετέραν ; ή κοινής μετ’  αυτών μετάσχη τραπέζης ; ή ποιήσει ανάδοχον εκ του Αγίου Βαπτίσματος; Ή κατοιχωμένων ποιήσει μνημόσυνα ; ή μεταδώσει των θείων αγιασμάτων αυτοίς. Η στενοχωρία γαρ του τόπου πολλά τοιαύτα ποιεί και ζητώ το ποιητέον».
Απόκρισις Θεοδώρου Βαλσαμών: «Δια τούτο (μνημονεύει τους κανόνες που απαγορεύουν την συμπροσευχή με αιρετικούς) και ημείς ψηφιζόμεθα, μη μόνον αφορισμώ και καθαιρέσει καθυποβάλλεσθαι τους λαϊκούς τε και κληρικούς, συνευχομένους αυτοίς ιερατικώς, ή μην και συνεσθίοντας, αλλά και μειζόνως κολάζεσθαι, κατά την των ρηθέντων θείων κανόνων περίληψιν. Η γαρ στενοχωρία των τόπων, και ο των αιρετικών πληθυσμός, της ορθοδόξου πίστεως ου μετήμειψε την ακεραιότητα».
o  Ιωάννης Ζωναράς:
        «Τους αιρετικούς και τας εκείνων τελετάς υπό των ορθοδόξων βδελύττεσθαι χρη., μάλλον δε ελέγχεσθαι και νουθετείσθαι παρά των επισκόπων και πρεσβυτέρων».
        «Μέγα αμάρτημα ο κανών ηγείται, το Χριστιανόν εις Ιουδαίων συναγωγήν ή αιρετικών χάριν προσευχής εισιέναι. Τις γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ;  Ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου κατά τον μέγαν Απόστολον ; Η δε των αιρετικών σύναξις, εναντία τοις Ορθοδόξοις πρεσβευόντων, κακείνη ου τιμητέα ορθοδόξοις, μάλλον μεν ουν και αποβλητέα. Τινές μεν ουν ως μεγάλα αμαρτάνοντας τους εισιόντας εις τας τοιαύτας συναγωγάς δι’ ευχήν, διπλή φασί τιμωρία τον κανόνα τούτον υπάγειν».
         «Ο ακοινωνήτω συνευξάμενος ή καθηρημένω, δια τους ήδη γεγραμμένους κανόνας υπό επιτίμιον εστίν … καν γαρ μη τα εκείνων φρονή, αλλά γε πολλοίς σκανδάλου δίδωσιν αφορμήν και υπόνοιαν καθ’ εαυτού ως τας Ιουδαϊκάς τιμών τελετάς. Άμα δε και μιαίνεσθαι πιστεύεται τη εκείνων συναναστροφή».
         «Οι αιρέσει περιπεσόντες και μένοντες εν αυταίς, της Εκκλησίας εξοστρακίζονται, ως ταύτης αλλότριοι . Πως ουν εις τον οίκον του Θεού συγχωρηθήσονται εισιέναι;»[30]
o  Αλέξιος Αριστινός:
        «Αιρετικοίς το ιερόν ανεπίβατον. ου συγχωρούνται αιρετικοί εις τον οίκον του Θεού εισιέναι»
         «Ουδεμία κοινωνία φωτί προς σκότος. Δια τούτο γουν ουδέ τοις αιρετικοίς ή τοις Ιουδαίοις Χριστιανός συνεορτάζει»
         «αιρετικοίς ή σχισματικοίς μη συνεύξη. Ακοινώνητος ο τούτοις συνευχόμενος»
o  Ματθαίος Βλάσταρης:
         «Ο ΛΓ΄ (κανόνας της εν Λαοδικεία) αιρετικώ ή σχισματικώ όλως ημάς ουκ επιτρέπει συνεύχεσθαι»
        «Ο Β΄ κανών της εν Αντιοχεία Συνόδου, της κοινωνίας των ακοινωνήτων αποδιίστασθαι παντάπασιν ημίν εγκελεύεται, και μήτε εν οίκω τούτοις συνεύχεσθαι, μήτε εν Εκκλησία».

o  Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης:
        «Ο παρών κανών (ΜΕ΄ Αποστολικός) διορίζει, ότι όποιος Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος ήθελε συμπροσευχηθεί μονάχα, άλλ’ όχι και να λειτουργήσει με αιρετικούς ας αφορίζεται.. Επειδή όποιος με αφορισμένους συμπροσεύχηται (καθώς τοιούτοι είναι οι αιρετικοί) πρέπει να συναφορίζεται και αυτός κατά τον Ι΄ των αυτών Αποστόλων. Ει δε και εσυγχώρησεν εις τους αιρετικούς αυτούς να ενεργήσουν κανένα λειτούργημα ωσάν κληρικοί, ας καθαίρηται, επειδή όποιος Κληρικός συλλειτουργήσει με καθηρημένους (καθώς τοιούτοι είναι οι αιρετικοί κατά τον Β΄ και Δ΄ κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου) συγκαθαιρείται και αυτός κατά τον ΙΑ΄ των Αποστόλων».
o  Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής:
         «Ου χρη το καθόλου εις τοιαύτας εκκλησίας (που υπάγονται σε αιρετικούς) εισιέναι, κατά τους ειρημένους τρόπους (χάριν ευχής και ψαλμωδίας) … άμα γαρ τω εισαχθείναι την αίρεσι, απέστη ο έφορος των εκείσε Αγγελος, κατά την φωνήν του μεγάλου Βασιλείου, και κοινός οίκος ο τοιούτος χρηματίζει ναός. Και, ου μη εισέλθω, φησίν, εις Εκκλησίαν πονηρευομένων. Και ο Απόστολος τις συγκατάθεσις ναού Θεού μετά ειδώλων ;»

o  Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων (1848):
        «Αποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικώς … ότι (ο Παπισμός) είναι αίρεση και οι οπαδοί του αιρετικοί … Επίσης οι συνάξεις που συγκροτούνται από αυτούς είναι αιρετικές και κάθε κοινωνία πνευματική των Ορθοδόξων τέκνων … με αυτούς είναι αντικανονική, όπως ορίζει ο ζ΄ κανόνας της Γ΄ Οικ. Συνόδου».

Αυτή λοιπόν είναι η  κατ’ ακρίβεια στάση της Εκκλησίας στο θέμα της συμπροσευχής με αιρετικούς. Υπάρχει άραγε το δικαίωμα, αν θέλουμε να έχουμε συνεπή Χριστιανική ζωή, να περιφρονούμε την Παράδοση και τη μακραίωνη ζωή της Εκκλησίας μας;

  Γιατί  «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι» ;
Ας δούμε όμως για ποιους λόγους η Εκκλησία είναι τόσο αυστηρή και κατηγορηματική στην απαγόρευση κοινής λατρείας με αιρετικούς ή σχισματικούς, ώστε να χαρακτηρίζεται η συμπροσευχή ως «μέγα αμάρτημα»;
Α΄  Λόγω της μεγάλης αγάπης προς το Θεό: ΛΟΓΟΙ ΠΙΣΤΕΩΣ
Η συμπροσευχή με αιρετικούς είναι  λειτουργική, εκκλησιολογική και δογματική εκτροπή
1.          Για την παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας μας, δηλ. την Ορθόδοξη Θεολογία, σωτηρία υπάρχει μόνο εφ’ όσον ο άνθρωπος ενταχθεί ως οργανικό μέλος στο «σώμα του Χριστού», που έχει κεφαλή τον ίδιο τον Κύριο, δηλαδή την Εκκλησία.. Ρωμ. ιβ΄ 5, Α΄ Κορινθ.  ιβ΄ 12-28, Εφεσ. α΄ 22-23 δ΄ 12,16, ε΄ 23, 25-27,  Κολοσ. α΄ 18.
2.          Ασφαλώς, το σώμα του Χριστού υπάρχει από την Αποστολική εποχή μέχρι σήμερα και είναι μ ο ν α δ ι κ ό . Και αυτό είναι η «ΜΙΑ, ΑΓΙΑ, ΚΑΘΟΛΙΚΗ και ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ», η Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν υπάρχουν πολλά σώματα, γιατί μία είναι η Κεφαλή, ο Χριστός.
2.      Συνεπώς και η Θ. Λατρεία δεν είναι ατομική υπόθεση του πιστού, αλλά εντάσσεται στην οργανική ενότητα των μελών του σώματος του Χριστού. Μάλιστα, το κέντρο και η ουσία της Χριστιανικής Λατρείας είναι η Θ. Λειτουργία, στην οποία εντάσσονται και οι λοιπές ακολουθίες και τα μυστήρια της Εκκλησίας μας Με άλλα λόγια η Θ. Λειτουργία δεν είναι μία από τις προσευχές της Εκκλησίας, αλλά ταυτίζεται με την ίδια την Εκκλησία: «Σημαίνεται η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις», ]     Νικολάου Καβάσιλα, εις την Θ. Λειτουργίαν, ΛΔ΄,   ΕΠΕ 22, 190 . Σημειώνει ο Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας, εννοώντας τη Θ. Λειτουργία. Δηλαδή η Θεία Λειτουργία δεν είναι το μέσον για την επίτευξη της εν Χριστώ ενότητας των ανθρώπων, αλλά η ίδια η ενότητα, η φανέρωση της ήδη τελεσθείσης ενότητος στο ένα σώμα του Χριστού. Γι’ αυτό και στη Θ. Λειτουργία συμμετέχουν αποκλειστικά και μόνο όσοι δια του Βαπτίσματος έχουν ήδη ενταχθεί και παραμένουν στο σώμα του Χριστού. Ακόμα και οι κατηχούμενοι που ετοιμάζονταν να βαπτισθούν δεν μπορούσαν να παραμείνουν  και να την παρακολουθήσουν. Κατά την Ορθόδοξη εκκλησιολογία είναι εντελώς αδιανόητη η οποιασδήποτε μορφής διακοινωνίας , διότι για την Ορθόδοξη Εκκλησία το θέμα της ευχαριστιακής κοινωνίας, της εκκλησιολογικής κοινωνίας και της κοινωνίας στην πίστη είναι αλληλένδετα .
3.      Επειδή λοιπόν η αίρεση είναι περιφρόνηση και αποκοπή και σε τελική ανάλυση άρνηση συμμετοχής στην Εκκλησία, στο «σώμα του Χριστού», η συμμετοχή στη λατρεία είναι όχι μόνο χωρίς νόημα, αλλά και αδιανόητη. Πως μπορώ να συμμετέχω στη λατρεία, δηλαδή στη φανέρωση της ενότητας του σώματος του Χριστού, όταν έχω επιλέξει να αποσπαστώ και να μην ανήκω σ’ αυτό;  Για τον εκτός της Εκκλησίας – αιρετικό ή σχισματικό – είναι τουλάχιστον θέμα συνέπειας να μη θέλει να θεωρείται μέλος του σώματος, αφού σε τελική ανάλυση έχει συνειδητά επιλέξει ο ίδιος να αποχωρισθεί από αυτό!
         Πολύ λογικά και φυσικά ερωτά ο Νικηφόρος Γρηγοράς: «Της ουν προαιρέσεως ενταυθοί μαχομένης και αλλήλων ημάς διιστώσης της των δογμάτων καινοτομίας, πως αν μίαν σχοίημεν τον Χριστόν κεφαλήν, ή πως αν αλλήλοις συνευξαίμεθα ;»
 Και ο Ζωναράς:  «Οι αιρέσει περιπεσόντες και μένοντες εν αυταίς, της Εκκλησίας εξοστρακίζονται, ως ταύτης αλλότριοι. Πως ουν εις τον οίκον του Θεού συγχωρηθήσονται εισιέναι ;». Ερμηνεία στον Στ΄ Κανόνα της εν Λαοδικεία,  PG 137, 1349Β.
Μόνο εάν εκλάβουμε την Ορθόδοξη Λατρεία ως θέαμα, χωρίς καμία ουσιαστική προσωπική συμμετοχή, νομιμοποιείται η παρουσία μη Ορθοδόξων σε αυτήν!  Αλλά αλλοίμονο αν γίνει ο Ναός και η Θ. Λατρεία μας … θέατρο!  Με άλλα λόγια η συμμετοχή των αιρετικών στη Θ. Λειτουργία είναι ανατροπή της ίδιας της ουσίας της, είναι  λειτουργική εκτροπή.
3.  Επιπλέον δε,  για να συμμετάσχουμε σε κοινή Λατρεία απαραίτητη προϋπόθεση είναι η συμφωνία της πίστεως.
4.  Τονίζει χαρακτηριστικά ο Αγ. Ειρηναίος:  «ημών σύμφωνος η γνώμη (η ορθόδοξη πίστη) τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην … Προσφέρομεν γαρ αυτώ (τω Θεώ) τα ίδια εμμελώς κοινωνίαν και ένωσιν απαγγέλλοντες και ομολογούντες» Κατά αιρέσεων 18, 5, εις  PG 7, 1028
Η ορθοδοξία άνευ Ευχαριστίας είναι αδιανόητος», αλλά και «η  Ευχαριστία άνευ ορθοδοξίας είναι αδύνατος . Η προϋπόθεσις της ορθοδοξίας δια την συμμετοχήν εις την ενότητα της Ευχαριστίας υπήρχε βεβαίως ανέκαθεν εις την Εκκλησίαν, ως μαρτυρούν αι ενσωματωμέναι εις λειτουργικά κείμενα ομολογίαι πίστεως». Αυτή η λειτουργική παράδοση φτάνει μέχρι  τις ημέρες μας και απαιτεί προ της Αναφοράς την ομολογία της κοινής και ανόθευτης πίστεως, δια της απαγγελίας του συμβόλου της Πίστεως. Αφού λοιπόν «η ενότης εν τη Θεία Ευχαριστία συνδυάζεται μετά της ενότητος εν τη ορθοδοξία», η τυχόν συμπροσευχή με αιρετικό αποτελεί λειτουργική εκτροπή.
5.      Είναι λοιπόν προφανές ότι για την Εκκλησία μας ο λατρευτικός χώρος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως χώρος απλής επικοινωνίας και κοινωνικής αναστροφής, αλλά είναι ουσιωδέστατος και άπτεται της ίδιας της φύσεώς της.  Έτσι μπορούμε να ερμηνεύσουμε «τον αποτροπιασμόν, τον οποίον ησθάνοντο οι Ορθόδοξοι έναντι της από κοινού τελέσεως της Θ. Λειτουργίας μετά των ετεροδόξων, μετά των οποίων, κατά το φαινόμενον τουλάχιστον, μόλις είχον συνομολογήσει την Ένωσιν (Φερράρας-Φλωρεντίας)», ή την άρνηση του Αγ. Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας να συλλειτουργήσει με τον  Άρειο.
Για τη συνείδηση των Αγίων δε χωρεί κοινωνική ευγένεια και αβροφροσύνη στη Λατρεία: η «εν Εκκλησίαις» υποδοχή και συμπροσευχή με εκπρόσωπο της αιρετικής «συναγωγής», ωσάν να ήταν  κανονικός Επίσκοπος, δεν μπορεί να γίνει εκκλησιολογικά αποδεκτή, διότι έτσι νομιμοποιείται η αίρεση.
Το γεγονός της αναγνωρίσεως, εν τη λατρεία, της αιρέσεως ως κάποιας άλλης «Εκκλησίας», που υφίσταται νόμιμα – από εκκλησιαστικής απόψεως – και παράλληλα με τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική» αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της «θεωρίας των κλάδων» Είναι χαρακτηριστικό ότι η απλή διά επιστολής επικοινωνία του Οικουμενικού Πατριάρχου με τον Αρχιεπίσκοπο Καντέρμπουρυ κατά το 1869, αξιολογήθηκε από τους Αγγλικανούς ως «λίαν φιλική και χριστιανοπρεπής αναγνώρισις εκ μέρους του (Οικουμενικού Θρόνου) περί της θέσεως της Εκκλησίας της Αγγλίας ως κλάδου της παγκοσμίου Εκκλησίας του Χριστού», Κοτσώνη Ιερ., ε.α. σ. 197.
6.      Τέλος, όταν αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό ή περιορισμό τους αιρετικούς σε συμπροσευχή παραβλέποντας τις πολλές και ουσιώδεις διαφορές σε θέματα πίστεως, στην πράξη περιφρονώ τους αγώνες της Εκκλησίας και των Αγίων της για τη διαφύλαξη ακαινοτόμητης της πίστεώς μας,  υποτιμώ την αξία του ορθού δόγματος, τελικά εξισώνω την Αλήθεια με την πλάνη. Με άλλες λέξεις θεωρώ την πλανεμένη διδασκαλία ως μία άλλη νόμιμη εκδοχή και δυνατότητα ερμηνείας της Ευαγγελικής Αλήθειας. Μια τέτοια προσέγγιση της εκκλησιαστικής ζωής ασφαλώς οδηγεί και σε δογματική εκτροπή.
Συμπερασματικά: η αυστηρή στάση των αγίων Πατέρων έναντι των συμπροσευχών με αιρετικούς είναι συνέπεια της περί Εκκλησίας  διδασκαλίας τους.
Β.  Λόγω της μεγάλης αγάπης προς τον άνθρωπο: ΛΟΓΟΙ ΑΓΑΠΗΣ
Η συμπροσευχή με αιρετικούς είναι  ποιμαντική εκτροπή
Η βάση της Χριστιανικής ηθικής είναι η αγάπη προς τον άλλον, όποιος και αν είναι αυτός. Και αυτή την ύψιστη αρετή υπηρέτησαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Η αγάπη αυτή εκδηλωνόταν όχι μόνο στην φροντίδα τους για την κάλυψη των υλικών αναγκών, αλλά πρώτιστα για την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της πλάνης και του ψεύδους. Διότι ποιο το όφελος για τον άνθρωπο να κερδίσει όλον τον κόσμο, αλλά να ζει όλη του τη ζωή λάθος, με ψεύτικη ελπίδα και εσφαλμένη προοπτική ; Άλλωστε, έργο της Εκκλησίας και των Αγίων της δεν είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και η αξιοπρεπής διαβίωση του λαού, αλλά κυρίως η υπέρβαση του έσχατου εχθρού του ανθρώπου, του θανάτου,  δια της Αναστάσεως Ιησού Χριστού.
Αυτή η διακονία της αγάπης «εν αληθεία» και της αληθείας «εν αγάπη» υπηρετείται με την αυστηρή προσήλωση των Αγίων στην παρακαταθήκη της  πίστεως που έλαβαν και στην ακριβή και αλάνθαστη μεταλαμπάδευσή της στην ιστορία. Γι’ αυτό και βλέπουμε τόση προσοχή στην διατύπωση του δόγματος  και αυστηρότητα στους παραχαράκτες του αιρετικούς.
1. ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ: Η Εκκλησία, λοιπόν, απαγορεύοντας τη συμμετοχή σε συμπροσευχές με αιρετικούς θέλει να προφυλάξει τα ίδια μέλη της και μάλιστα τους ασθενέστερους στην πίστη από την πλάνη της αιρέσεως.
α)  Λέει χαρακτηριστικά ο Άγ. Νεκτάριος για όσους εύκολα μπορεί να αλλοτριωθούν στην πίστη από την αναστροφή με αιρετικούς: «η εξωτερική ακοινωνησία διασώζει την εσωτερική αλλοτριότητα»
      Και «αλλοτριότητα» έχουμε όταν:
Α.       ο πιστός αρνηθεί την ευαγγελική Αλήθεια και προσχωρήσει στη δαιμονική πλάνη,
Β.       αλλοιωθεί το ορθόδοξο αισθητήριο και πάψει να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα,
Γ.        θεωρήσει την Εκκλησία και την αίρεση ως ισότιμους ατραπούς προς το Θεό,
Δ.      νομίσει ότι η ορθοδοξία και οι άλλες αιρετικές ομολογίες τιμούν το ίδιο ευάρεστα το Χριστό,
ΣΤ.         θεωρήσει τη «μία Εκκλησία» ως μία από τις πολλές «άλλες»,
Ζ.       ταυτίσει την Ορθοδοξία με  την άρνησή της.
Πολλές φορές, όμως, οι συμπροσευχόμενοι με αιρετικούς είναι αξιόλογοι θεολόγοι ή Επίσκοποι με μεγάλη θεολογική κατάρτιση, είναι «δυνατοί και θερμοί και στερεοί στην πίστη» που κατά τεκμήριο δε διατρέχουν τέτοιο κίνδυνο «αλλοτριότητος». Όταν τέτοιος φόβος δεν υπάρχει, μήπως τότε επιτρέπεται η συμπροσευχή με αιρετικούς ;
      ΑΣΦΑΛΩΣ  ΟΧΙ,  διότι – εκτός των άλλων λόγων:
1)η συμπεριφορά τους αυτή είναι βέβαιο ότι θα αμβλύνει στη συνείδηση του ποιμνίου τους «την έννοια της αιρέσεως ως όλως ασυμβιβάστου προς την Αλήθειαν της Εκκλησίας και ως προξένου ψυχικής απωλείας … Εάν οι ποιμένες της Εκκλησίας υιοθετήσουν μίαν συγκριτιστικήν στάσιν έναντι της αιρέσεως, το … ποίμνιον θα απωλέση την ομολογιακήν του ευαισθησίαν και ευκόλως θα υποπέση εις την αίρεσιν»
2)Επιπλέον δε, η αντίθετη με τους Ι. Κανόνες συμπεριφορά του ποιμένα  «καν μη τα εκείνων (των αιρετικών) φρονή, αλλά γε πολλοίς σκανδάλου δίδωσιν αφορμήν και υπόνοιαν καθ’ εαυτού», καθ Ζωναράς, ερμηνεία στον Ο΄ Αποστολικό Κανόνα, PG 137, 181ΒC ,ώς και «δια το λογίζεσθαι τούτον τοις απίστοις ομόφρονα». Μία τέτοια – εσφαλμένη έστω – εντύπωση ότι ο Επίσκοπος ή ο θεολόγος είναι «τ Βαλσαμών, ερμηνεία στον ΟΑ΄ Αποστολικό Κανόνα, PG 137, 181D οις απίστοις  ομόφρων», ότι συμφωνεί και ανέχεται την αίρεση ή δεν ορθοτομεί «τον λόγον της αληθείας», γίνεται αφορμή για την «αλλοτριότητα» των πιστών και τότε … «ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι ου το σκάνδαλον έρχεται».
Αλλοίμονο στους ποιμένες που με απρόσεκτες ενέργειές τους κλονίζουν την εμπιστοσύνη του λαού στην Ιεραρχία και τον σκανδαλίζουν! Όταν μάλιστα οι καταστάσεις οξυνθούν και οι παραβάσεις των Ι. Κανόνων γίνουν αφορμή για σχίσμα στο σώμα του Χριστού, τότε δεν έχει καμία ευθύνη ο «δυνατός», αλλά απρόσεκτος εκείνος ποιμένας;  Αντίθετα, η τήρηση των Ι. Κανόνων προστατεύει όλους μας και δεν κάνει καμία ζημιά σε κανένα.
Αυτό συνέβη το 1924 με την αλλαγή του ημερολογίου , οι τότε πιστοί που παρέμειναν στο ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ , δεν ήταν όλοι  γνώστες  των ως άνω κανόνων ,αλλά το Ορθόδοξο φρόνημα  τους του έκανε να αναφωνούν για την επιβολή του παπικού ημερολογίου << μας  φράγκεψαν μας φράγκεψαν >> και είχαν  δίκαιο , δι’αυτό  και διέκοψαν κάθε  σχέση και κοινωνία με την κρατική νέο – ημερολογήτικη   εκκλησία !!
2. ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ: Ίσως εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξο ότι η απαγόρευση των συμπροσευχών με αιρετικούς προέρχεται από την αγάπη της Εκκλησίας στους ίδιους τους αιρετικούς. Όμως:
 α) Ο Αγ. Ιωαν. Χρυσόστομος είναι σαφής: «Αγάπην δείκνυσιν γνησίαν ου κοινωνία τραπέζης, ουδέ πρόσρησις υψηλή, ουδέ κολακεία ρημάτων, αλλά το διορθώσαι και σκοπήσαι το συμφέρον του πλησίον και τον πεπτωκότα διαναστήναι
 παρεξηγούν κανένα.  Αντιθέτως, ίσως έχουμε γευθεί αλλού τις συνέπειες της πλαδαρότητας και της περιφρονήσεως της κανονικής παραδόσεως της Εκκλησίας μας …
Σε τελική ανάλυση εμεί Θεοδρομία, 5 (2003), σ. 281.ς,  περιφρονώντας τη μακραίωνη εκκλησιαστική τάξη, νομίζουμε ότι δείχνουμε περισσότερη αγάπη από τη  Μάνα μας Εκκλησία και τους Αγίους μας ;  Ας προβληματισθούμε απλά!

3.   ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ
Τέλος, οι κατά παράβαση των Ι. Κανόνων συμπροσευχές με αιρετικούς, όχι μόνο δεν ωφελούν την Οικουμενική Κίνηση και το έργο της ενώσεως και της καταλλαγής,  αλλά αντιθέτως το ζημιώνουν: α) με τη συσκότιση των πραγμάτων και το βαυκαλισμό των ετεροδόξων με κενές ελπίδες .
Όπως επιγραμματικότατα διετυπώθη υπό του Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου, εν Λονδίνω κατά το έτος 1919, η Ένωσις «δεν πρέπει να είναι μία απλή συμφωνία μεταξύ των Ιεραρχών, αλλά ένωσις της πίστεως και των καρδιών του λαού».
  Επιτρέπεται «κατ’ οικονομία» η συμπροσευχή;
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κατ’ ακρίβεια πράξη της Εκκλησίας μας είναι σαφής και κατηγορηματική: «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι». Για όσους περιφρονούν αυτήν την τάξη τα επιτίμια είναι ιδιαιτέρως σοβαρά: καθαίρεση για τους κληρικούς, αφορισμός για τους λαϊκούς. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.