Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Οι αρχαίες αιρέσεις



Οι αιρέσεις αλλοιώνουν το ορθόν σέβας στη ζωή των πιστών

        Η αίρεση, λοιπόν, πλήν του ότι ως σχίσμα πίστεως, αποκόπτει ασθενή μέλη της Εκκλησίας από την κοινωνία με τον Ορθόδοξο Επίσκοπο και τη χάρη των ορθοδόξων Μυστηρίων, θέτοντας τη σωτηρία τους σε σχεδόν βέβαιη απώλεια, παραχαράσσει επίσης και τη σωτηριολογία της αιρετικής κοινότητας, δηλ. τη διδασκαλία περί του πως μετέχει ο άνθρωπος στη σωτηρία, ώστε να καθίσταται αδύνατη τουλάχιστον η διατήρηση μιας κάποιας ορθοπραξίας, μιας ορθής κατά πράξιν «θεραπευτικής αγωγής» στην αιρετική κοινότητα.
        Η έλλειψη ορθής σωτηριολογίας σε συνδυασμό με τα άκυρα (άνευ χάριτος) αιρετικά μυστήρια, είναι ολέθρια για τους αιρετικούς.
        Λέγει χαρακτηριστικώς ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Δεν υπάρχει κανένα όφελος από τον καθαρό βίο, αν τα δόγματα είναι διεφθαρμένα· όπως πάλι και το αντίθετο, [δεν υπάρχει όφελος] από υγιή δόγματα, εάν ο βίος είναι διεφθαρμένος»51.
 
        Σημειώσαμε βέβαια παραπάνω, ότι πολλές φορές και ο φαύλος βίος «γεννά» διαφθαρμένες διδασκαλίες. Πάντως και αντιστρόφως, τα φαύλα δόγματα γεννούν φαύλο βίο. Το δεύτερο τούτο, τη συνέπεια των φαύλων δογμάτων στη ζωή μας, ως τρόπο προσεγγίσεως του Θεού, εξετάζουμε περισσότερο στην παράγραφο αυτή.
        Επεξηγεί σχετικώς - και ως πάντοτε ευστόχως - ο Πρωτοπρεσβύτερος και Καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Στον Μεσαίωνα ήταν πάρα πολύ γνωστό, στους κυβερνώντες, ποια είναι η διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως. Ποια είναι η διαφορά; Η διαφορά είναι απλουστάτη. Ότι στην αίρεση δεν υπάρχει θεραπεία του νού του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία όμως θεραπεύεται ο νους του ανθρώπου. Στην Ορθοδοξία υπάρχει θεραπεία της ανθρωπίνης προσωπικότητος και απόδειξις είναι οι άγιοι. Οι αιρετικοί ήταν κάτι αντίστοιχο με τους κομπογιαννίτες και υπέσχοντο κάποια ζωή μετά θάνατον. Σ’ αυτήν όμως εδώ τη ζωή δεν έδιναν θεραπεία στους πιστούς τους ούτε προσέφεραν τίποτε παραπάνω από μία επί πλέον δεισιδαιμονία. Οι αιρέσεις ήταν και είναι θρησκείες για μετά τον θάνατο. Αιρετικός ήταν εκείνος του οποίου τα δόγματα δεν ήταν Ορθόδοξα· έτσι δεν του επέτρεπαν να φθάση στην κάθαρσι και στον φωτισμό. Η Ορθοδοξία όμως προσφέρει αυτήν την θεραπεία και οδηγεί τον άνθρωπο στην κάθαρσι και στον φωτισμό [...] Η Ορθοδοξία ξεχωρίζει από ένα μοναδικό φαινόμενο, που δεν υπάρχει στις άλλες θρησκείες. Αυτό είναι ανθρωπολογικό και θεραπευτικό. Σ’ αυτό διαφέρει. Η Ορθοδοξία είναι μία θεραπευτική αγωγή που θεραπεύει την ανθρώπινη προσωπικότητα [...] Δεν τις έκαναν [οι Πατέρες τις διακρίσεις της δογματικής ορολογίας] για να κατανοήσουν κανένα μυστήριο καλύτερα, αλλά τις έκαναν για να πολεμήσουν εναντίον των αιρετικών, οι οποίοι έκαναν εσφαλμένες ερμηνείες επάνω στα θέματα αυτά. Το έργο αυτό των Πατέρων, το να χρησιμοποιούν δηλαδή τέτοια ειδική ορολογία, δεν έγινε για την κατανόησι κανενός δόγματος, διότι ο σκοπός του δόγματος δεν είναι η κατανόησίς του, αλλά η κατάργησίς του, η οποία συμβαίνει όταν ο άνθρωπος ενωθή με το ίδιο το Μυστήριο που εκφράζει το δόγμα. Τότε καταργείται το δόγμα, το οποίο ούτως  η άλλως δεν έγινε ποτέ κατανοητό εξ επόψεως νοησιαρχικής. Καταργείται το δόγμα, εφ’ όσον υπάρχη πια ένωσις με το ίδιο το Μυστήριο»52.
        Είναι σαφές και εδώ, όπως προείπαμε, περί πάσης δογματικής διαμάχης, ότι η διαμάχη δεν αφορά στην ορολογία καθ’ εαυτήν, αλλά στα ίδια τα πράγματα τα οποία η ορολογία σημαίνει, ώστε να διατηρηθή ασφαλής ο δρόμος της ενώσεως με τον Θεό, ο οποίος κινδυνεύει από τις αιρέσεις. Όταν φθάσει κανείς στη θέωσι, όπως οι Άγιοι, διαπιστώνει, ότι ο Θεός είναι υπεράνω πάσης ορολογίας (δόγματος) όπως είναι επέκεινα και πάσης περιγραφής.
Δειγματοληπτικώς, αναφέρουμε τις πρακτικές, κατά το βίο, συνέπειες  μερικών σημαντικών αιρέσεων.

Αρειανισμός

        Το ποιές θα ήταν οι συνέπειες της αποδοχής της αιρετικής θεολογίας του Αρείου, μας αναφέρει συνοπτικώς στην Ιστορία Δογμάτων του, ο μακαριστός Καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου, βασιζόμενος στο Μέγα Αθανάσιο : «... ο Μέγας Αθανάσιος καταρρίπτει τη διδασκαλία του Αρείου, ακριβώς για τις αντιθρησκευτικές συνέπειες στις οποίες αυτή οδηγεί. Κατά τον Άρειο ο Λόγος ήταν τρόπον τινά κατά το ήμισυ Θεός, που προήλθε εν χρόνω, συνεπώς δεν είναι προαιώνιος. Αλλά έτσι τίθεται υπό αμφισβήτηση και η θεότητα του Πατρός· δεν υπήρξε προαιωνίως Πατήρ, δεν έφερε μέσα Του προαιωνίως Λόγον, Φως και Σοφίαν· επήλθε και σε Αυτόν μεταβολή και αλλοίωση, όταν έγινε Πατήρ του Λόγου, που δεν ήταν προαιώνιος. Με άλλες λέξεις η Αγία Τριάς παρουσιάζεται να εξαρτάται από τον χρόνο, όταν απορρίπτεται, όπως από τον Άρειο, το Άναρχον του δευτέρου προσώπου της με το [δόγμα] εκείνου: ”υπήρξε κάποτε στιγμή, όταν δεν υπήρχε [ο Λόγος]”. Μαζί με αυτά διέφθειρε ο Άρειος, σύμφωνα με την κριτική που άσκησε ο Μέγας Αθανάσιος στη διδασκαλία του, τη χριστιανική αλήθεια περί σωτηρίας, κατά την οποία η πλήρης και πραγματική θεότης του Ιησού Χριστού αποκαλύπτεται ακριβώς στις σωτηριώδεις ενέργειές Του. Ο Χριστιανισμός με κανένα τρόπο δεν ανέχεται την ιδέα περί «δευτέρου Θεού», περί κάποιου δευτερεύοντος Θεού. Ο -σύμφωνα με τον Άρειο - μεταγενέστερος εκείνος Λόγος δεν είναι σε θέση να μας δώσει ούτε την ορθή περί Θεού γνώση, ούτε άφεση αμαρτιών και αθανασία. Το βάπτισμα που γίνεται στο όνομά του δεν έχει καμμία αξία, αφού γίνεται στο όνομα κτίσματος. Είναι δε και αδύνατη  η ανάρμοστη η επίκλησή του δια της προσευχής και η απόδοση λατρείας σ΄ αυτόν, σε ένα, έστω και το πρώτο, από τα κτίσματα, διότι τούτο είναι ειδωλολατρία. Αλλά και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Θεού και κόσμου είναι άχρηστος ο - σύμφωνα με τον Άρειο κτιστός – Λόγος. Τον κόσμο ημπορούσε να δημιουργήσει ο Θεός αναλαμβάνοντας το έργο Του απ’ ευθείας. Αλλιώς, και ο ίδιος ο κτισθείς Λόγος θα είχε ανάγκη ενός όντος για να μεσολαβήσει για τη δημιουργία του»53.
        Ιδού, σε ποιές θεολογικές αντιφάσεις και συνέπειες επί της αληθούς σχέσεώς μας με τον Θεό, μπορεί να οδηγήσει μια αίρεση. 


Νεστοριανισμός

       Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, σημαίνων Θεολόγος του 20ού αιώνος, παρουσιάζοντας τις προεκτάσεις στη σύγχρονη εποχή του Δογματικού Όρου της Χαλκηδόνος περί του Χριστού ως «τελείου Θεού» και «τελείου ανθρώπου», σχολιάζοντας παραλλήλως και τον Νέο Μονοφυσιτισμό, που εκφράζεται ως παθητικότητα του ανθρώπου, σχολιάζει και τον Νέο Νεστοριανισμό, ως εξής: «Αποτελεί αυταπάτην, ότι αι χριστολογικαί διενέξεις του παρελθόντος είναι άσχετοι προς την σύγχρονον κατάστασιν. Εις την πραγματικότητα συνεχίζονται και επαναλαμβάνονται εις τας συζητήσεις των ημερών μας. Ο σύγχρονος άνθρωπος σκοπίμως  η υποσυνειδήτως δελεάζεται από το Νεστοριανικόν άκρον, δηλαδή δεν δέχεται την ενανθρώπησιν ως αποφασιστικόν γεγονός. Δεν τολμά να πιστεύση ότι ο Χριστός είναι πρόσωπον θείον. Ζητεί ανθρώπινον λυτρωτήν, απλώς βοηθούμενον από τον Θεόν. Ενδιαφέρεται περισσότερον δια την ανθρωπίνην ψυχολογίαν του Λυτρωτού, παρά δια το μυστήριον της θείας αγάπης, διότι εις τελευταίαν ανάλυσιν, πιστεύει με αισιοδοξίαν εις την αξιοπρέπειαν του ανθρώπου» 54.
        Τούτο είναι μια χαρακτηριστική περιγραφή των συνεπειών της νεστοριανικής αιρέσεως, η οποία εδογμάτιζε περί του ανθρώπου Ιησού ως ιδιαιτέρου προσώπου, στο οποίο, χάρις στη δήθεν υπέρμετρη ανθρώπινη αρετή του, ήλθε και ενοίκησε έτερο, διαφορετικό, πρόσωπο, το Πρόσωπο του Θεού Λόγου. Είναι εμφανής η απόδοση βάρους του Νεστοριανισμού στην αξία της ανθρώπινης ηθικής και αρετής καθ’ εαυτήν, και η αντίληψη περί σωτηρίας του ανθρώπου ως επιβράβευσης του ανθρωπίνου ήθους από το Θεό και όχι ως πρόσληψης της ανθρωπίνης φύσεως και θεώσεώς της στην υποστατική (στο Πρόσωπο του Υιού και Λόγου) ένωση με τον Θεό. «Η ίδια η χριστολογική αίρεση που αποκρούσθηκε έθετε σε κίνδυνο και τη σωτηριολογική αλήθεια. Καθόσον προφανής συνέπεια της διδασκαλίας του Νεστορίου ήταν το ότι η σωτηρία δεν οφειλόταν στον  Θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν, αλλά στον – μέσα σε αυτόν [τον Χριστόν] - άνθρωπο, που ενισχύθηκε από τον Λόγο του Θεού, ο οποίος ήταν δυνατόν να χρησιμεύση έτσι και ως πρότυπο για την αυτοσωτηρία των ανθρώπων, που και αυτοί, απλώς ενισχύονται από τον Θεό (Πελαγιανισμός)» 55.
       Ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός του Νεστοριανισμού διαφέρει από τους αγίους Προφήτες, μόνο στο ότι σε εκείνους ενοίκησε το Άγιον Πνεύμα και είναι πνευματοφόροι, ενώ στον Χριστό ενοίκησε ο Υιος και Λόγος56· το πρόσωπο του Χριστού των νεστοριανών δεν είναι «ο ενανθρωπήσας Θεός».


Μονοφυσιτισμός

        Αλλά και ο Μονοφυσιτισμός, πρεσβεύοντας ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού δήθεν δεν είναι  ομοούσια με τη δική μας, ούτε δε και η θέλησή και η ενέργειά Του φυσικώς ανθρώπινες, «μεταφράζεται» στο ανθρώπινο επίπεδο ως υποτίμηση της ανθρώπινης συνεισφοράς καθενός ανθρώπου στο έργο της προσωπικής του σωτηρίας, και ως παθητικότητα. Ο μακαριστός Καθηγητής Ιωάννης Καλογήρου σημειώνει σχετικώς: «Ως κύριος όμως λόγος της εξαπλώσεως του Μονοφυσιτισμού στα προμνημονευθέντα μέρη πρέπει να θεωρηθή το ότι αυτή καθ’ εαυτήν η κεντρική μονοφυσιτική διδασκαλία εύρισκε ευκολότερα ανταπόκριση στο επίπεδο μορφώσεως και θρησκευτικότητας των λαών των μερών εκείνων. Ο Μονοφυσιτισμός παρουσιαζόταν πράγματι ως πλησιέστερος, και μάλιστα από ορισμένες πλευρές και συγγενέστερος, με προγενέστερες εκεί ειδωλολατρικές αντιλήψεις, εφ’ όσον μάλιστα περιέκλειε, τουλάχιστον στη βάση του, και ορισμένα πανθεϊστικά στοιχεία. Ο Λυτρωτής παρουσιάζεται να εκδηλώνεται σαν σε μια απλή θεοφάνεια, σύμφωνα με συναφείς ειδωλολατρικές παραστάσεις. Ο κύριος και τελικός σκοπός της λυτρώσεως, δηλαδή ο αγιασμός και η τελείωση του ανθρώπου ως ανθρώπου, απομακρύνεται από το οπτικό πεδίο του πιστού, εφ’ όσον η καθαρή, τέλεια και εκλαμπρυσμένη ανθρώπινη φύση στον Λυτρωτή δεν διακρίνεται πια κατά την ενανθρώπησή Του, αλλά απορροφάται στη θεία φύση Του και εξουδετερώνεται έτσι παντελώς το ανθρώπινο στοιχείο σ’ Αυτόν, μεταβαλλόμενο σε στοιχείο της θείας φύσεως. Αλλά με τη διαδικασία αυτή δεν μπορεί το ανθρώπινο στοιχείο του Λυτρωτού (του Θεανθρώπου) να προβληθή και να χρησιμεύση ως πρότυπο και ιδεώδες για τον ανακαινιζόμενο άνθρωπο. Από την άποψη αυτή ο Μονοφυσιτισμός μπορεί να θεωρηθή ότι διευκολύνη και την τάση προς ηθική χαλάρωση, σε αντίθεση ακριβώς με την ορθόδοξη χριστολογική αλήθεια και διδασκαλία. Αυτή η τελευταία επιβάλλει με πολύ περισσότερη συνέπεια και ένταση ηθικές επιταγές και εγείρει ηθικές αξιώσεις, διότι διαβλέπει μεν και αυτή στη λύτρωση και τη σωτηρία κατά πρώτο και κύριο λόγο βεβαίως ένα έργο θεϊκό, που όμως προσφέρεται στον άνθρωπο με τέτοιο τρόπο, ώστε τούτο  να αφορά στον αγιασμό και την τελείωση, στην ίδια τη θέωση, της κοινής σε όλους ανθρωπίνης φύσεως, σαν τέτοιας»57, δηλαδή σαν ανθρωπίνης φύσεως μη αλλοιωμένης.


Εικονομαχία

       Η φοβερή αίρεση της Εικονομαχίας οπωσδήποτε απαιτεί ειδική παρουσίαση· όμως, στο πλαίσιο τής συνοπτικής εδώ παρουσίασης, καταθέτουμε όσα γράφει περί των συνεπειών της νίκης της Οροδοξίας επί της εικονομαχικής αιρέσεως ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης · «Το βάρος πάντως της διδασκαλίας των Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου πέφτει στην κατοχύρωση του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού και στις αγιαστικές και σωτηριώδεις επενέργειές του στο σώμα και στην ύλη. Ο αντι-μανιχαϊσμός της Συνόδου προφύλαξε την Εκκλησία από τη μονομέρεια των πνευματοκρατικών συστημάτων, που αρνούνται στην ύλη τη δυνατότητα να δεχθεί τον αγιασμό και τη Χάρη. Όλος ο κόσμος, υλικός και πνευματικός, και όλος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα, μένουν κάτω από τη φροντίδα και πρόνοια του Θεού και τη ζωοποιό και αγιοποιό Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός προσέλαβε ολοκληρωμένη ανθρώπινη φύση, έδρασε ως ιστορικό πρόσωπο, δεν ήταν φανταστική ύπαρξη. Η απεικόνισή του επομένως υποδεικνύει την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως [...] Η ύλη δεν είναι κακή, θα διακηρύξει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τη διδασκαλία του οποίου αξιοποίησε η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος [...] Οι εικόνες μάλιστα των αγίων δεν είναι απλές αναμνηστικές παραστάσεις, όπως οι φωτογραφίες συγγενών και φίλων, αλλά μετέχουν και αυτές στη δόξα και στον αγιασμό, λόγω της μυστικής τους σχέσεως προς τα πρωτότυπα [...] Η Σύνοδος δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στη μεγάλη διδακτική και παιδαγωγική σπουδαιότητα των εικόνων, στηριγμένη και πάλι σε μαρτυρίες πατέρων και διδασκάλων της Εκκλησίας [...] Η Ορθοδοξία πιστή στην παράδοση, απέφυγε να μεταβληθεί σε τελετουργία του λόγου με την κυριαρχία του κηρύγματος, όπως έγινε στη Δύση, ιδιαίτερα στον Προτεσταντισμό. Χωρίς να παραμελήσει τον λόγο, το κήρυγμα, διεμόρφωσε τον πλούτο και την ποικιλία της θείας λατρείας, όπου συνεργάζονται αρμονικά όλες οι τέχνες, η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική, για να μετέχει ο άνθρωπος ολόκληρος με όλες τις αισθήσεις του [...] Πρέπει γι΄ αυτό να τονισθεί ότι ο θρίαμβος εναντίον των εικονομάχων αποτελεί όχι μόνον νίκη εναντίον της μιας αιρέσεως, αλλά και ευρύτερα νίκη του πολιτισμού επί της βαρβαρότητος, όπως σημείωσε ήδη ο Gregoire λέγοντας ότι “η Βυζαντινή Εκκλησία διατηρεί άθικτη τη συνδιαλλαγή του τετάρτου αιώνος, κατά την οποίαν συμβιβάσθηκαν η τέχνη με την πίστη ... Ο πολιτισμός κερδίζει μία νίκη σε βάρος της βαρβάρου σκαιότητος των Ισαύρων”58. Υπάρχουν πράγματι θαυμάσιες θέσεις στα πρακτικά της συνόδου, με τις οποίες οι Πατέρες δείχνουν την νομιμότητα και αναγκαιότητα της τέχνης μέσα στην Εκκλησία, απέναντι στις κατηγορίες των εικονομάχων, που ήσαν επηρεασμένοι από τις ανεικονικές τάσεις του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού, και που στην πραγματικότητα επεδίωκαν αφελληνισμό και εξανατολισμό του Χριστιανισμού» 59.
        Είναι εμφανές, πόσου αγιασμού και χάριτος θα εστερείτο η Εκκλησία δια της ενδεχομένης καθιερώσεως των εικονομαχικών απόψεων. Πέραν τούτου, θα ετίθετο σε αμφιβολία και η εναθρώπηση του Θεού Λόγου, εφ’ όσον άρνηση της απεικονίσεώς του σημαίνει δύο τινά: (α) η ότι η ανθρώπινη φύση Του δεν είναι σαν την ιδική μας, ώστε να μπορεί να απεικονισθεί, που συνιστά μονοφυσιτισμό  η και δοκητισμό (ότι ο Χριστός ήταν μόνο πνεύμα και η ανθρώπινη εμφάνισή του δόκηση=φαντασία), (β)  η ότι η υπόσταση (το πρόσωπο) της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού η οποία απεικονίζεται στις ι. Εικόνες, δεν είναι η υπόσταση του Θεού Λόγου, η οποία είναι προσκυνητή, το οποίο συνιστά νεστοριανισμό. Προφανώς για το λόγο τούτο η εικονομαχία είχε εμφανισθεί ενωρίς σε περιοχές με χριστολογικές αιρέσεις60.


Λατινικός αντι-ησυχασμός

        Πολύ αργότερα, η κατασυκοφάντηση της ησυχαστικής μεθόδου προσευχής των Ορθοδόξων Μοναχών και η άρνηση της οράσεως του ακτίστου φωτός από τους Αγίους, ως και η συναφής άρνηση της αναγνωρίσεως ακτίστων ενεργειών στον Θεό, εκ μέρους των αιρετικών αντι-ησυχαστών κάτω από την διαδοχική ηγεσία των Βαρλαάμ του Καλαβρού, Γρηγορίου Ακινδύνου και Νικηφόρου του Γρηγορά, έθεσε σε κίνδυνο όλη τη σωτηριολογία της Ορθοδοξίας.     
       Σημειώνει ευγλώττως ο μακαριστός Γέρων Θεόκλητος ο Διονυσιάτης για την λατινική άρνηση της υπάρξεως ακτίστου ενεργείας στην Αγία Τριάδα, ενεργείας που γίνεται ορατή ως φως στους Αγίους: «Δύναται κανείς να αποτολμήση μίαν εικονικήν σύγκρισιν. Ο Θεός των Ορθοδόξων, ομοιάζει με πάμφωτον ήλιον, εις του οποίου το φως και τας ακτίνας αναπαύονται εν μακαριότητι οι ποικίλης δεκτικότητος πιστοί. Ο δε Θεός των λατίνων και των φιλοσόφων, ομοιάζει με τον διαφαινόμενον δίσκον του μέσα από τα νέφη, όστις επειδή είναι, κατ’ αυτούς, ουσία, ευρίσκεται έξω της κτίσεως και επομένως αφήνεται αφώτιστος η κτίσις. Και ακριβώς αυτό είναι μία αληθής τραγωδία, η οποία εφόβιζε τον θείον Παλαμάν [...] Ιδού η συνέπεια της απουσίας του Θεού από την ζωήν των πιστών. Δι’ αυτό μέσα στο πένθιμον κλίμα της ορφανίας, μέσα εις τον παγετόν της απουσίας της θείας αγάπης, μέσα εις την αίσθησιν, ότι ο Θεός ευρίσκεται έξω από την ζωήν, η Δύσις εχρειάσθη κάποιον «παράκλητον», δια να καλύψη το κενόν. Μήπως η καθιέρωσις του πάπα, - εξ ου απορρέει πάσα χάρις- δύναται να ερμηνευθή εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων; Και μήπως η Ορθόδοξος Ανατολή ουδέποτε εχρειάσθη ένα ανθρώπινον ον ως μεσάζοντα, επειδή ευρίσκεται εις αδιάλειπτον και άμεσον σχέσιν μετά του Θεού δια των ακτίστων ακτίνων του;» 61.
        Πέραν τούτου, η υπερβολική εμπιστοσύνη του Βαρλαάμ προς την κοσμική σοφία και επιστήμη, η οποία, κατά τον Βαρλαάμ φέρνει τον άνθρωπο δια της διανοητικής εργασίας στον Θεό, καταργούσε τις παροτρύνσεις του Ευαγγελίου για λιτό και απλό βίο, προσευχή και άσκηση, και συμπόρευση με τον Χριστό στη σταυρική οδό του πολέμου κατά της αμαρτίας· παρουσιάζοντας με την «εις άτοπον απαγωγήν» την επιχειρηματολογία του Αγίου Παλαμά, γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: «Αν η θύραθεν παιδεία συμβάλλει όντως στην τελειότητα, τότε οι Έλληνες σοφοί θα έπρεπε να είναι θεοπτικώτεροι και τελειότεροι των προφητών, οι οποίοι εκλήθησαν από το Θεό στο αξίωμά αυτό “εξ αγροικικού βίου”, από τους αγρούς των. Ο κορυφαίος των προφητών, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εξ απαλών ονύχων ζούσε στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν βέβαια σχολεία και πανεπιστήμια. Ασφαλώς, αν ήταν απαραίτητο στοιχείο της τελειότητος η ανθρώπινη σοφία, ο Χριστός δεν θα έλεγε “ει θέλεις τέλειος είναι, τα υπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοίς, τον σταυρόν άρον, ακολουθείν εμοί προθυμήθητι”, αλλά θα έλεγε “της έξω σοφίας επιλαβού [ανάλαβε την έξω σοφία], σπεύσον προς την των μαθημάτων ανάληψιν [σπεύσε  να αρχίσης τα μαθήματα], περιποίησαι σεαυτώ την επιστήμην των όντων [απόκτησε την επιστήμη που αφορά στα όντα]”. Θα εδίδασκε γεωμετρία και αστρονομία και τις άλλες επιστήμες, για να διώξει το σκοτάδι της αγνοίας. Δεν θα διάλεγε αγραμμάτους ψαράδες ως μαθητάς, αλλά σοφούς, ούτε θα εδίδασκε δια του Αποστόλου Παύλου, ότι η ανθρώπινη σοφία είναι μωρία»62.
        Και όμως, η διαστροφή αυτή του ευαγγελικού κηρύγματος από την αίρεση του Βαρλααμισμού και από τη δυτική της «έκδοση» (version), τον σχολαστικισμό, επικράτησε τελικώς στη Δύση, όπου η ελληνική φιλοσοφία και ιδίως του Αριστοτέλους, «η ελληνική μήτρα της αιρέσεως» θα λέγαμε63, έγινε κριτήριο για την αποτίμηση παντός πράγματος, ο δε ίδιος ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, εντάχθηκε φανερώς στον Παπισμό και ανταμείφθηκε για τον αγώνα του κατά της Ορθοδοξίας, γινόμενος επίσκοπος Ιέρακος. Ο Βαρλαάμ δια της αγάπης του στην κλασσική αρχαιοελληνική παιδεία και κυρίως τον πλατωνισμό, συνετέλεσε μαζί με τους μαθητές του, Πετράρχη και Βοκκάκιο, στην ενίσχυση του ρεύματος που οδήγησε στη δυτική αναγέννηση64. Τα Πανεπιστήμια της Δύσεως ήδη προ της ησυχαστικής έριδος στην Ανατολή ήταν Μοναστήρια που υπηρετούσαν τη διδασκαλία της κοσμικής σοφίας, ακολουθούσαν πρόγραμμα βασισμένο σχεδόν αποκλειστικώς στις ανθρώπινες σπουδές, και όπου οι φοιτητές, οι μέλλοντες κληρικοί, στελέχη της δυτικής «εκκλησίας», από τις πέντε το πρωΐ επιδίδονταν στη μελέτη της κοσμικής σοφίας, με προαιρετική την πρωϊνή προσευχή, αλλά με έμφαση - πλήν της γραφής και αναγνώσεως- , στην αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία, τη ρητορική, την ιστορία και τη λατινική φιλολογία, αργότερα δε τη και γραμματική και τη λογική. «Υπό την επίδραση της ανανεωμένης σπουδής των κλασσικών έργων, που ήσαν αποτελεσματικώτερη κατά τον δωδέκατο αιώνα, η λογική άρχισε να εφαρμόζεται εναντικώτερα στα άρθρα της χριστιανικής πίστεως [...] η λογική εχρησιμοποιείτο για να δείξη λογικώς την εγκυρότητα αυτών των ήδη παραδεδεγμένων αληθειών [...]»65. Αργότερα, με την εμφάνιση των αριστοτελικών συγγραμμάτων στη Δύση «οι δυτικοί λόγιοι κυριολεκτικώς έμειναν έκθαμβοι από αυτή την αχανή συλλογή, διότι ο Αριστοτέλης είχε γράψει σχεδόν για το καθετί». Στις προσπάθειες συνθέσεως της εκκλησιαστικής διδασκαλίας με τον αριστοτελισμό, επικράτησε η θέση των Αλβέρτου του Μεγάλου και του Θωμά Ακινάτου που «προσπαθούσε, όπου ήταν δυνατό, να συμφιλιώση τις θεωρίες του [του Αριστοτέλους] με τις αλήθειες της χριστιανικής πίστεως»66. Ο Δομινικανός μοναχός Θωμάς Ακινάτος, η φιλοσοφία του οποίου ήταν το υπόβαθρο της σκέψεως των αιρετικών αντι-ησυχαστών, επέτυχε πληρέστερα και αποτελεσματικώτερα τη «συστηματική ολοκληρωτική σύνθεση της καθολικής θεολογίας και της αριστοτελικής φιλοσοφίας» και παρά τις πρώτες αντιδράσεις, η θεολογία του χρησιμοποιήθηκε και καθιερώθηκε πολύ αργότερα από την παπική Σύνοδο του Τριδέντου (1563 μ.Χ.), προς απόκρουση της προτεσταντικής θεολογίας. Με ορισμένες αλλαγές η θεολογία του Θωμισμού,ή του Νεοθωμισμού όπως αποκαλείται σήμερα, έχει παραμείνει ως το κλασσικό σύστημα για τον παπισμό67.
       Η βαρλααμική πολεμική των λατίνων κατά του ησυχασμού και της νοεράς προσευχής πέρασε και στην ευσέβεια των απλών λατίνων λαϊκών, όπως μαρτυρείται από σχετικό περιστατικό στη θαυμασία διήγηση «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού» 68.
       Ιδού, ένα ακόμη πρόχειρο παράδειγμα, για το πως μια αιρετική αντίθεση προς το ευαγγελικό κήρυγμα, αλλοιώνει τη θεολογία, τον μοναχισμό και τη λαϊκή ευσέβεια.
        Για τους λόγους τούτους τονίζεται στην πατερική Γραμματεία σε πολλά σημεία, ότι πρέπει ο Χριστιανός να συνδυάζει την ορθή Πίστη (Ορθοδοξία) με την ενάρετη ζωή. Λέγει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Η πάλι αγνοεί η τιμιότητά σου, ότι επειδή ο Χριστιανισμός συνίσταται σε δύο πράγματα, εννοώ την Πίστη και τα έργα, εάν ένα από τα δύο λείπη, το άλλο από αυτά τα δύο, δεν ωφελεί αυτόν που το έχει; Ας έχει ζήλο, λοιπόν, η τιμιότης σου για τα θεία, και πρώτα μεν, εφ’ όσον είναι τέκνον του κοινού Πατρός [Θεού], ας συνανυψώνεται προς τα δέοντα· δεύτερον δε, επειδή εμαθήτευσε πλησίον του μακαριστού Σάβα, ας ασπάζεται την ακρίβεια όχι μόνο στην Πίστη, αλλά και στους Κανόνες· και τρίτον, ας έχει το ίδιο φρόνημα με εμάς, αφού είναι αδελφός μας» 69.



51.    ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Eις το κατά Ιωάννην 66, 3, PG 59, 369. (μεταγλώττιση)
52.    ΠΡΩΤΟΠΡ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, Πατερική Θεολογία, εκδ. Παρακαταθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 127.30. 168.
53.    ΙΩ. ΟΡ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, Ιστορία των Δογμάτων, τόμ. Α΄, εκδ. Παν. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 216ε. (μεταγλώττιση).
54.    ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, Έργα 1, μετάφρασις Δ. Τσάμη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 20032, σελ.46.
55.    ΙΩ. ΟΡ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, Ιστορία Δογμάτων, τόμ. Β΄, εκδ. Παν. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 198 (μεταγλώττιση).
56.    Αυτόθι.
57.    ΙΩ. ΟΡ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, ένθ’ ανωτ., σελ. 363ε.  (μεταγλώττιση).
58.    H. BAYNES – H ST. L.B. MOSS, Βυζάντιο. Εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, Αθήνα 1983, σελ. 175.
59.    ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Οι Εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 27ε. 30ε.
60.    Πρβλ. αυτόθι, σελ. 69. 71.
61.    ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΥ, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο βίος και η θεολογία του 1296-1359, εκδ. Σπηλιώτη, Θεσσαλονίκη 20013 , σελ. μζ΄ε. (εισαγωγή).
62.    ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, Πατερικά 4, εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 136. Εντός των αγκυλών [...], η μεταγλώττιση δική μας.
63.    Τον όρο χρησιμοποιεί προκειμένου γενικώς περί της ελληνικής φιλοσοφίας ο Καθηγητής Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, ένθ’ ανωτ., σελ.133. Είναι, όμως, κοινή διαπίστωση των περισσοτέρων ερευνητών της Εκκλησιαστκής Ιστορίας και της Ιστορίας των Δογμάτων, ότι οι κυριότερες αιρέσεις (αρειανισμός, νεστοριανισμός, μονοφυσιτισμός-ευτυχιανικός και σεβηριανικός, αντι-ησυχασμός κ.α.) προήλθαν από την εισαγωγή αριστοτελικών κατηγοριών σκέψεως και ερμηνείας στην απλή ευαγγελική και πατερική θεολογία.
64.    Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, ένθ’ ανωτ., σελ. 185.
65.    ΚΩΝ. Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Μεσαιωνικός δυτικός πολιτισμός και οι κόσμοι του Βυζαντίου και του Ισλάμ, μτφρ. Παν. Κ. Χρήστου, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 405.408.409. 411.
66.    Αυτόθι, σελ. 416. 417.
67.    Αυτόθι, σελ. 418.421.
68.    Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, μετάφρασις Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητροπολίτου Κορίνθου, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 19868, σελ. 75· «Ο επιστάτης, που ήταν Πολωνός, ενδιαφέρθηκε και ήλθε να μου ρίξη μια ματιά. Με βρήκε να διαβάζω τη “Φιλοκαλία” και άρχισε να με ρωτά τι ήταν αυτό που εδιάβαζα. “Α!” είπε “αυτό είναι η “Φιλοκαλία”, το έχω ξαναδή αυτό το βιβλίο εις το σπίτι των εφημερίων μας όταν ήμουν εις την Βίλνα. Πάντως μου είπαν ότι γράφει παράξενα πράγματα, σχήματα και σοφίσματα, σχετικά με την προσευχή, γραμμένα από Έλληνας μοναχούς. Είναι σαν αυτά που γράφουν οι φανατικοί εις τας Ινδίας και εις την Μποχάρα, που κάθονται κάτω και κάνουν εκπνοή κατά ένα ιδιότυπο τρόπο, προσπαθώντας να δημιουργήσουν κάτι σαν γαργάλισμα εις την καρδιά τους και με ηλιθιότητα πιστεύουν ότι αυτό το σωματικό αίσθημα είναι προσευχή, το θεωρούν δε δώρο του Θεού”».               
69.    ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ, Επιστολή (28) Βασιλείω μονάζοντι, PG 99, 1000D-1001A. 

πηγή impantokratoros

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.